The perfect departure

So here I go,

Flying way above

The self-righteousness of your guns,

Your priests' reverent lies,

Your Demagogues in

Statesmen's'  guise,

Your phony saints and prophets

Who, in the name of  God's love,

Teach us they do

To hate



So here I blissfully

Glide towards nothingness,

Putting safe distance between me

And the unholy palter,

That Man was made in God's

Image,

Clear steering of nightmares,

And dark memories,

On route to Heaven

-one made entirely of oblivion..

Iεράπετρα

Δεν είμαι από εδώ, όμως μένω εδώ κοντά δέκα χρόνια και τον αγαπώ αυτόν τον τόπο, κι ακράδαντα πιστεύω ότι του αξίζει μια καλύτερη μοίρα! Κάποτε είχα ακούσει να αναφέρουν την Ιεράπετρα ως την νοτιότερη πόλη της Ενωμένης Ευρώπης. 'Ομως, με αυτά τα χάλια, μήπως τελικά είναι η νοτιότερη πόλη του... Bangladesh? Κύριε Καρχιμάκη, κύριε Πλακιωτάκη, κύριε Μαστοράκη, και κύριε Χριστοφακάκη (δυστυχώς, η Ελλάδα δεν είναι η χώρα των συλλογικών προσπαθειών, αλλά των συλλογικών ευθυνών για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν, και ποτέ δεν γίνονται), μπορεί κανείς από εσάς να εγγυηθεί τη σωματική μας ακεραιότητα, αν όχι αυτή την ίδια τη ζωή μας, στο βαθμό που είμαστε αναγκασμένοι να κυκλοφορούμε σ' αυτούς τους... βομβαρδισμένους δρόμους;
 

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Γιατί, Ελένη;

Τι κακό ήταν κι αυτό που μας βρήκε ως έθνος, λες και δεν μας έφταναν όλα τ' άλλα. Και καλά, να μας πετάξουν από την Ευρωζώνη γιατί τα κάναμε ρόιδο, και γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε, το καταλαβαίνω! Όμως να χωρίσει η Ελενίτσα (η Εθνική μας Ελένη!) τον Γιαννάκη της, ε, αυτό δεν αντέχεται με τίποτε.

            Πέρα όμως από το γελοίο του πράγματος (κι όταν λέω, «γελοίο», αναφέρομαι στον τρόπο που παρουσιάζεται -και Κύριος οίδε για πόσον καιρό ακόμη θα εξακολουθεί να «παίζει»-, από τη γνωστή μερίδα των ΜΜΕ που ...; ειδικεύεται στην κοινωνική κριτική η Ελενειάδα), όπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχει και η άλλη, η βαρύνουσα πλευρά.

            Γιατί  όλος αυτός ο σαματάς; Η απάντηση είναι απλή: η Ελένη είναι το αντίστοιχο της Μπάρμπι των ενήλικων κυριών- το κεντρικό πρόσωπο στις ονειρώξεις και τις φαντασιώσεις της κυρίας Κατίνας, της κυρίας Κούλας και της κυρίας Βούλας. Δεν ξέρουμε (εννοώ εμείς, οι πολλοί), ποια είναι η Ελένη στην πραγματικότητα, κι όποιος πιστεύει πως αυτό είναι το ζητούμενο, πλανάται πλάνη οικτρά. Η Ελένη, (ακριβώς όπως και η Ρούλα πριν απ' αυτήν, αλλά και πολύ πιθανόν η Νταίζη, ή η Ζουζού μετά απ' αυτήν), σε ότι αφορά το φαίνεσθε (κι εδώ το φαίνεσθε παίζει τον πρωταρχικό, τον κυρίαρχο ρόλο), συγκεντρώνει όλα τα εχέγγυα για να βρεθεί - όπως κι έγινε- στις κορφές του Ολύμπου της φρούδας τελειότητας, έτσι όπως την ονειρεύεται  η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά, κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό κι ανθρώπινο, γιατί η ζωή και η καθημερινότητα των περισσοτέρων από εμάς είναι σκυφτή και άχαρη, σε σημείο που, για να την κάνουμε πιο υποφερτή, καταφεύγουμε σε διάφορες φανταστικές καταστάσεις όπου το ροζ τη απόλυτης ευτυχίας είναι το κυρίαρχο χρώμα. Αυτό λίγο πολύ συμβαίνει σε όλους μας. Τώρα τι τρόπο επιλέγει ο καθένας από εμάς για να κάνει αυτού του είδους την υπέρβαση που μας ταξιδεύει -έστω και για λίγο- πέρα και μακριά από τα στριμόκωλα και τα δύσκολα της καθημερινότητάς μας, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Το δια ταύτα στην όλη ιστορία είναι πως, αυτή ακριβώς η ανάγκη μας είναι που δημιουργεί εκ του μη όντως «σταρ» και «είδωλα», άτομα δηλαδή που εμείς τα επιλέγουμε, για να τους αναθέσουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα ροζ παραμυθάκια μας. Γιατί, άλλο να ονειρεύεσαι έτσι γενικώς και αορίστως, άλλο να επενδύεις σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο τις φαντασιώσεις σου για βίο ανθόσπαρτο, και να «ζεις» μέσα απ' αυτό, κι έστω από σπόντα, the unreachable dream.

            Άρα η Ελένη (η κάθε Ελένη που καλείται να παίξει αυτό το ρόλο), μόνο ουρανοκατέβατη δεν είναι, αλλά ίσα-ίσα αποτελεί δημιούργημα των αναγκών και των μύχιων πόθων της Μαρίας, της Ευτέρπης, της Καλλιόπης, της Ευγενείας ...; Λέω πιο πάνω πως η συγκεκριμένη συγκεντρώνει όλα τα εχέγγυα: Καρακουκλάρα (για να χρησιμοποιήσω τον απεχθή σε μένα όρο), απλοϊκή, και (επιτηδευμένα ή ανεπιτήδευτα -καμιά σημασία δεν έχει!) κουτούτσικη, («Τι είναι ο λούτσος άραγε;  Ψάρι ή μοροποδήλατο;») Ζει μέσα στη χλιδή, (με συγχωρείτε δηλαδή, αλλά βασιλοπούλα που να μην κολυμπάει στο ρουμπίνι και το ζαφείρι, να την χέσω!) είναι παντρεμένη και τρελά ερωτευμένη μ' έναν πολύ σημαντικό άντρα, έχει τρία αγγελούδια περί των οποίων ξέρουμε μέχρι και τι νούμερο παπούτσι φοράει το καθένα (είναι απαραίτητο η Σταχτοπούτα να ζει σε γυάλινο πύργο, γιατί, αν δεν μπορώ εγώ «να παίρνω μάτι», από πού θ' αντλώ υλικό για να υφαίνω το όνειρό μου;)  

            «Μ' ένα Άρλεκιν ξεχνιέμαι», που λέγαμε κι εμείς οι παλιότεροι (ξέρω, γιατί, τον καιρό που δεν έβρισκα δουλειά στα καράβια, είχα μεταφράσει ουκ και ολίγα από δαύτα!) Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τις αναγνώστριες αυτού του είδους των λαϊκών ρομάντζων να έχουν άμεση πρόσβαση στην ιδιωτική ζωή της ηρωίδας, γιατί, φυσικά, μόνο έτσι κατάφερναν και ταυτίζονταν μαζί της, «συνέπασχαν», κι εν ολίγοις γίνονταν πρόσωπα του «άμεσου περιβάλλοντός της», και το στοιχείο στο «άρρηκτο» της σχέσης μεταξύ ηρωίδας-αναγνώστριας ήταν ακριβώς το γεγονός πως στο τέλος και με μαθηματική ακρίβεια όλα στη ζωή της πρώτης θα εξελίσσονταν με τρόπο που θα ανταποκρινόταν απόλυτα στους πόθους και τις προσδοκίες της τελευταίας. Κι ύστερα ξαφνικά, και ελέω τηλεόρασης, αυτή η ηρωίδα, που είναι καλή, είναι γλυκιά, είναι πανέμορφη και γενικά έχει του κόσμου όλες τις χάρες, γίνεται πρόσωπο υπαρκτό, με σάρκα και οστά. Είναι παρουσιάστρια ενός τηλεοπτικού προγράμματος, όμως το σημαντικό δεν είναι όλα αυτά που λέει και που κάνει στη διάρκεια της εκπομπής, αλλά το ότι παρέχει με την εικόνα της και μόνο (την εικόνα της πανέμορφης και ζάπλουτης πριγκιποπούλας που είναι παντρεμένη κι ερωτευμένη δια βίου μ' ένα εξίσου ζάπλουτο και σημαντικό πριγκιπόπουλο, που έχει κάνει μαζί του πέντε αγγελούδια, και ζουν όλοι μαζί σ' ένα παραμυθένιο σπίτι, κ.τ.λ., κ.τ.λ., γιατί, αν είχε δηλώσει π.χ. λεσβία, ή νυμφομανής, ή πολυγαμική, δεν θα έχαιρε ούτε κατά το ήμισυ της αποδοχής που χαίρει σήμερα), τη μαγιά για το στήσιμο εξιδανικευμένων καταστάσεων. Και κατά την ίδια έννοια παίρνει σάρκα και οστά, κι άλλες διαστάσεις η σχέση ανάμεσα στην ηρωίδα-παρουσιάστρια και την  μέση τηλεθεάτρια. Μια σχέση απόλυτης κι «άδολης» λατρείας (οι πιο δυνατές σχέσεις είναι οι κατά φαντασίαν). «Δεν ξέρεις πόσο πολύ σε αγαπάμε, Ελένη μας», λένε οι τηλεθεάτριες. «Αχ, κι εμένα, η λατρεία μου για σας χάνεται στου ουρανού το άπειρο!» απαντάει η Ελένη (ή η κάθε Ελένη στη θέση της Ελένης που καλείται να παίξει αυτό το ρόλο).

            Είτε βάσει σχεδίου, είτε από ένστικτο, η Ελένη «ανοίγει το σπίτι της» στο ανώνυμο πλήθος -το «μπάζει στη ζωή της»- γιατί, αν δεν ανοίξεις την πόρτα του σπιτικού σου στις «λατρεμένες» και τους «λατρεμένους» σου, τότε σε ποιον θα την ανοίξεις, διάολε; Απλά πράγματα, φυσικά κι αναμενόμενα. Θέλει η Ελένη το «λατρεμένο» ανώνυμο πλήθος κοινωνό των όσων θαυμαστών κι υπέροχων συμβαίνουν στη ζωή της (αδιαλείπτως παρούσα η τηλεοπτική κάμερα στο γάμο της, στη γέννηση των παιδιών της, στα βαφτίσια τους, στις εξόδους της, στις διακοπές της), γιατί στις σχέσεις της μαζί του ...;. δεν υπάρχουν μυστικά!!! Αν υπήρχαν, θα ...; μόλευαν το αγνό και το θεσπέσιο τούτης της μοναδικής σχέσης. Πάντα ταύτα όμως όσο δεν «κόβει» η σούπα του παραμυθιού -του παραμυθιού που τα θέλει όλα στην εντέλεια, και δεν σηκώνει από «κέρατα», παρασπονδίες, και γενικότερα από οτιδήποτε απειλεί να τορπιλίσει και να στείλει στο βυθό του ωκεανού την «άγια οικογένεια», έτσι όπως θέλει να την ονειρεύεται η μέση ελληνίδα (αλλά και η μέση αγγλίδα, και η μέση  αμερικανίδα, και η μέση  ινδή, και πάει λέγοντας - κάθε χώρα έχει τουλάχιστον από μια Ελένη!)

            Με δυο λόγια, η Ελένη την οποία κανιβαλίζουν ανεπαίσχυντα και σε καθημερινή βάση οι τηλε-εξπέρ της μπαρούφας και του κοπανιστού αέρα, είναι απλώς δημιούργημα των δικών μας αναγκών- πλάσμα μυθικό, άρα ανύπαρκτο τουλάχιστον στις διαστάσεις που το καθιστούν αντικείμενο λατρείας.

            Μια διαπίστωση κάνω, όχι κριτική (απελθέτω απ' εμού ...;) Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχουν κι Ελένες ...;

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Ιθαγένεια: οι ξένοι κι εμείς

Σχετικά με τη δήλωση της Υφυπουργού Εσωτερικών κ. Τζάκρη, («Δεν μπορεί η πλειοψηφία να αποφασίζει για τα δικαιώματα της μειοψηφίας.. Κερδίσαμε τις εκλογές, δε χρειάζεται δημοψήφισμα! Εμείς αποφασίζουμε!!»), ως προς το δεύτερο σκέλος αυτής της δήλωσης κανείς θα μπορούσε να πει ότι, εντάξει, δεν ήταν και ό,τι το πιο ευγενικό, αν και δεν είναι λίγες οι φορές στο παρελθόν που έχουμε ακούσει  εκπροσώπους ή υπουργούς εκάστοτε κυβερνήσεων να δηλώνουν, «Ο Λαός μας ψήφισε για να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας», ακόμη κι όταν η θητεία αυτών των κυβερνήσεων πλησιάζει προς το τέλος της,  κρινόμενη μάλιστα από το σύνολο των πολιτών (η θητεία) σαν μάλλον ανεπιτυχής, («Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα!»)

            Ως προς το πρώτο όμως σκέλος αυτής της δήλωσης, νομίζω πως το πράγμα σηκώνει πολλή κουβέντα. Το ερώτημα που τίθεται, είναι γιατί να θέλει η πλειοψηφία να έχει λόγο στα δικαιώματα μιας χι μειοψηφίας; Για λόγους ...; αισθητικής (εν προκειμένω, «Σιγά μην κάνουμε Έλληνα το κάθε μαυροτσούκαλο!») ή για λόγους ουσίας, δηλαδή γιατί η παραχώρηση κάποιων δικαιωμάτων σε μια συγκεκριμένη μειοψηφία, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή και την καθημερινότητα της πλειοψηφίας, οπότε η τελευταία νομιμοποιείται να θέλει να έχει λόγο επί του ζητήματος; Αυτό δεν το ξέρω,  εξ ου και το ερώτημα που θέτω.

            Είναι έντονη η αίσθηση ότι ο ελληνικός λαός στη μεγάλη του πλειοψηφία είναι υπέρ της διενέργειας δημοψηφίσματος σε ότι αφορά την παραχώρηση (έστω και υπό προϋποθέσεις) ή  όχι ιθαγένειας στους ξένους που εργάζονται στη χώρα. Κι αυτή η υφέρπουσα ξενοφοβία, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται εν πολλοίς στην ολοένα και αυξανόμενη (και επί το πλείστον εισαγόμενη) εγκληματικότητα. Αυτό όντως αποτελεί ένα μέγιστο πρόβλημα, όμως σε τίποτε σχεδόν δεν έχει να κάνει με την παραχώρηση ή όχι ιθαγένειας στους αλλοδαπούς που ζουν κι εργάζονται στην Ελλάδα. Σιγά μην ενδιαφέρονται τα κάθε λογής  (αλλοδαπά) κακοποιά στοιχεία για τον αν θα γίνουν έλληνες υπήκοοι ή όχι. Γιατί; Για να έρχονται να σε κλέβουν, να σε ληστεύουν ή να σε σκοτώνουν, και στο τέλος να σου μοστράρουν την ελληνική τους ταυτότητα, για να μη σου πέφτει τόσο βαριά η συμφορά;

            Άρα αυτό που επιβάλλεται να γίνει σε ότι αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα, είναι ένας πιο συστηματικός, ενδελεχής και επιστάμενος έλεγχος ως προς το ποιος βγαίνει και ποιος μπαίνει σ' αυτή τη χώρα, που μοιάζει να έχει καταντήσει ξέφραγο αμπέλι, κι αυτό είτε λόγω αντικειμενικών αντιξοοτήτων (δύσκολα να επιτηρηθούν σύνορα), είτε λόγω αδιαφορίας εκ μέρους των Αρχών και ανεπάρκειας.

            Αν υποθέσουμε πως το πρόβλημα (που όντως, μόνο αμελητέο δεν είναι), θα μπορούσε κάποια στιγμή να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, από εκεί κι ύστερα, δεν βλέπω τι λόγο θα είχε ο μέσος έλληνας να είναι αντίθετος στην παραχώρηση ιθαγένειας στου ξένους που ζουν κι εργάζονται εδώ πέρα, πληρούν τις προϋποθέσεις όπως αυτές ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία, και δεν βαρύνονται με αξιόποινες πράξεις. Να μη θέλω να πάρει την ελληνική υπηκοότητα κάποιος φουκαράς ξένος που το αξίζει από κάθε άποψη, γιατί; Μήπως για να μη μολευτεί η περιούσια ράτσα μας; Πλάκα με κάνετε; Ποιος από εμάς βάζει το χέρι του στη φωτιά πως έλκει την καταγωγή του κατευθείαν από τους αρχαίους άμα και ένδοξους «ημών» προγόνους; Η ιστορία της ανθρωπότητας έχει να επιδείξει πληθώρα τέτοιων πληθυσμιακών μετακινήσεων που κάποτε γίνονται και με τρόπο βίαιο (κατακτητικοί πόλεμοι, κ.λ.π.) και είναι απότοκος των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών όπως αυτές διαμορφώνονται κατά (ιστορικές) περιόδους.   

            Στη σημερινή συγκυρία, αν είναι να ζήσουμε αντάμα με τους ξένους που ήδη υπάρχουν στη χώρα, ή ακόμη και να υποδεχτούμε κι άλλους τόσους, τότε κανένα δημοψήφισμα δε θα σταθεί ικανό να αλλάξει το ρου του ορμητικού ποταμιού, παρεκτός κι αν είμαστε πρόθυμοι κι έτοιμοι να πάρουμε τους ...; γκράδες και ν' ανοίξουμε πόλεμο. Αντιμέτωποι λοιπόν με αυτή την πραγματικότητα, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να κοιτάξουμε να προσεταιριστούμε αυτούς τους ξένους (ή τουλάχιστον όσους το αξίζουν), και να τους αφομοιώσουμε. Δεν είναι υπόθεση μεγαλοψυχίας ή ανεκτικότητας, αλλά μάλλον στοιχειώδους εξυπνάδας. Και τέτοιου είδους δημοψηφίσματα δεν βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Αν είμαι ΑΝΑΓΚΑΣΜΕΝΟΣ να ζω μαζί σου, τότε καλύτερα να σε κάνω φίλο μου, παρά να σ' έχω να τριγυρνάς σαν την άδικη κατάρα, να γυρεύεις, μέσα στην πίκρα και την απόγνωσή σου, τρόπους για να μου σκάψεις το λάκκο- τόσο απλό, αδέρφια!

            Κι ύστερα αυτά τα καημένα τα παιδιά των ξένων που γεννιούνται, ζουν και μεγαλώνουν εδώ πέρα, και φοιτούν σε ελληνικά σχολεία γιατί να μην δικαιούνται να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια, στο βαθμό που ...; «μετέχουν της ελληνικής παιδείας»; Ή μήπως να πούμε καλύτερα της αμερικανοελληνικής παιδείας(κι όχι ελληνοαμερικάνικης!) στο βαθμό που έχουμε καταντήσει, στις δέκα κουβέντες που λέμε, οι έξι να είναι ...; φραγκολεβαντίνικες; Δε λέω, αξιέπαινη η ...; προσπάθειά μας για την διαφύλαξη της φυλετικής μας καθαρότητας, αλλά μήπως θα ήταν ακόμη καλύτερα να ξεκινούσαμε παράλληλα και τον αγώνα τον καλό και για τη διάσωση της γλώσσας μας και του πολιτισμού μας;

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Πώς εννοούν στο ΚΚΕ την αντικομουνιστική υστερία

IMG_0573 copy copy.jpg

Στο πλαίσιο μιας συζήτησης στη Βουλή (18/12/09) μεταξύ του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού Γερουλάνου, και του Βουλευτή Σπύρου Χαλβατζή, ο τελευταίος κατηγόρησε την Κρατική Τηλεόραση για ...; αντικομουνιστική υστερία, κι αυτό απ' αφορμή τα σχετικά αφιερώματα στην επέτειο της Πτώσης του Τείχους του Βερολίνου ...; Έτυχε να τον ακούσω τον μονίμως βλοσυρό κύριο Σπύρο, και παραλίγο να έχανα και τις ελάχιστες τρίχες που έχουν απομείνει στην κεφαλή μου! Και μιας και περί κεφαλής ο λόγος, θυμήθηκα την του λύκου, που μήτε αυτή αλλάζει, μήτε η γνώση του, όσο κι αν γερνάει το αγρίμι, κι όσο κι αν ασπρίζει το μαλλί του -ένα γνωμικό που ταιριάζει γάντι στην περίπτωση.

            Γιατί έπεσε το Τείχος, κυρ-Σπύρο μου; Ποιες «σκοτεινές» και «καταχθόνιες» δυνάμεις έβαλαν το χεράκι τους και γκρεμίστηκε;  Η απάντηση σ' αυτό το καυτό και ακανθώδες ερώτημα  είναι δουλειά των πολιτικών αναλυτών και των ιστορικών, κι όχι των ναυτοδιόπων. Ποιος ξέρει όμως, μπορεί η εξήγηση να είναι και πιο απλή, δηλαδή να μην άντεχε πια να στηριχτεί στα σάπια και σαθρά θεμέλιά του -αλήθεια, την έχετε σκεφτεί ποτέ αυτήν την εκδοχή εκεί στον Περισσό, ή έχετε κολλήσει στα περί ιμπεριαλιστικής συνομωσίας, και δεν εννοείτε να ξεκολλήσετε με τίποτε;

            Πάντως για να πω του στραβού το δίκιο, κι εγώ τείνω να συμφωνήσω με την άποψη του ΚΚΕ σε ό,τι αφορά αυτό το θέμα αλλά και το ξήλωμα  του Σοβιετικού μπλοκ εν γένει: ο άνθρωπος εκ φύσεως είναι μυστήριο τρένο, και δεν την αντέχει την πολλή (σοσιαλιστική) ευτυχία κι ευημερία, κι από ένα σημείο κι ύστερα σαλτάρει για τα καλά κι αρχίζει να σκαρφαλώνει σε τείχους, ή να σκάβει λαγούμια κάτω απ' αυτούς για να λακίσει και να βρεθεί σε κόσμους άλλους, ζοφερούς, για να δυστυχήσει κομματάκι και να έρθει στα ίσια του. Γι' αυτό, όσοι τον έχουν να ζει με όλα τα σέα και τα μέα του και μέσα στην καλή χαρά, τον κρατάνε μαντρωμένο, για να μην την κοπανήσει πάνω στην παραζάλη του και κακοπάθει. Ε, και υπ' αυτή την έννοια, είναι κρίμα κι άδικο να γιορτάζονται τέτοιες ...; μαύρες επέτειοι, και να τους δίνεται τόση δημοσιότητα.

            Γιατί βλέπεις, κυρ-Σπύρο μου, εμείς τα χάπατα - οι ασύνειδοι  λακέδες του Ιμπεριαλισμού -ποτέ δεν αξιωθήκαμε να συλλάβουμε σε όλο της το μεγαλείο την κρυφή γοητεία του απόλυτου γκρίζου, την απίστευτη ομορφιά του να ζεις δίχως καν το δικαίωμα να ονειρεύεσαι. Γιατί, ναι, ακόμη και τα όνειρα στην αλήστου μνήμης Σοβιετία αποτελούσαν πράξη προδοτική, στρεφόμενη ενάντια στο καθεστώς στη λογική ότι, «Αφού σου παρέχω όλα όσα χρειάζεσαι για να φυτοζωείς και να σέρνεσαι, παλιοκερατά, τι μου τα θες τα όνειρα; Ρε, μπας κι είσαι πράκτορας των Αμερικάνων;»

            Και, ναι, είναι αίσχος κι όνειδος που εμείς, το πόπολο, δεν κάναμε ντου να καταλάβουμε την ΕΡΤ για να ξεπλύνουμε με αίμα τέτοιο θανάσιμο ολίσθημα -μια πράξη που, αν υλοποιούνταν, θα ήταν άθλος μέγας και ισάξιος μ' εκείνον της κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Next top model, (ή, Next Stop, Καρανίκα, που θα ΄λεγε κι o θείος μου)

_MG_0005.jpg

Γεννήθηκα σε δύσκολους καιρούς. Θυμάμαι, η μάνα μου μας έριχνε στο πιάτο δυο φτυαριές σπανακόρυζο (μπλιάάχ!), και μας έλεγε, κουνώντας αυστηρά το δάχτυλό της, «Θα το φάτε όλο, γιατί αλίμονό σας! Τα φαγιά, κάνουν λεφτά. Όποιος πετάει τα φαγιά, πετάει λεφτά!»

            Με τέτοια επιχειρήματα, έτρωγες όχι μόνο το σπανακόρυζο, αλλά και το πιάτο. Τέλος πάντων, από τότε μου έμεινε κουσούρι, χώρια που στο μεταξύ ποτέ δεν αξιώθηκα να πιάσω την καλή, έτσι ό,τι αγοράζω, φροντίζω να το εκμεταλλεύομαι στο έπακρο, για να έχω την αίσθηση (ή την ψευδαίσθηση), πως δεν πήγαν τα λεφτά μου χαμένα, (καταραμένη φτώχια!)

            Προ μηνών αγόρασα μια τηλεόραση, LCD 32 ιντσών, όχι σκέτο HD; αλλά HD Ready, που, όπως μου εξήγησαν οι ειδικοί, είναι πιο buss-class από τεχνολογικής άποψης, σε σύγκριση με την HD σκέτη όμως δεν βαριέστε- και χρωματάκια βλέπω, και πρόσωπα ξεχωρίζω, (π.χ., ποτέ δεν μπέρδεψα τον Πρετεντέρη με τον Αυτιά), και τους υπότιτλους μια χαρά τους διαβάζω, (έχει κι ο φτωχός τον τρόπο του!)

            Την τηλεόραση την αγόρασα με σκοπό να βλέπω μόνο Ειδήσεις στη ΝΕΤ, ντοκιμαντέρ στον ΣΚΑΙ, και ταινίες στο κανάλι της Βουλής, όμως, στη βάση όσων αναφέρω πιο πάνω, σκέφτηκα πως δεν είναι σωστό να δίνεις τόσα λεφτά για να βλέπεις μόνο τρία κανάλια, τη στιγμή που μπορείς να βλέπεις τριάντα, σαράντα ή όσα τέλος πάντων διαθέτουμε ως χώρα. Έτσι βλέπω τα πάντα, κι αυτό για λόγους καθαρά πρακτικούς, κι όχι γιατί κατά βάθος δεν είμαι κουλτουριάρης ...;

            Μέχρι την κυρία Μοιραράκη έχω, δει, και τον «Πρόεδρο» Λεβέντη, και τον άλλο, τον Τη -Κοπή -Τη- Πίττα, τον αλλοδαπό που ασχολείται με τις τηλεπωλήσεις και κάνει σούπερ προσφορές, (στο ένα ρολόι, σου δίνει άλλα δώδεκα, δώρο), και κάτι, γκομενίτσες, που τρίβονται τσίτσιδες περίπου σ' έναν καναπέ, και σου λένε πως τη βγάζουν έτσι ολόκληρα εικοσιτετράωρα, περιμένοντας πώς και πώς να τις πάρεις ένα τηλέφωνο να κουβεντιάσετε για το πόσο πάνε τα σέσκουλα, σε σημείο που πια να αισθάνεσαι πολύ γαϊδούρι, που δεν κάνεις μια έτσι να σηκώσεις το ακουστικό.

            Στη λογική λοιπόν του, «Όλα τα βλέπω, όλα τα μπανίζω», σε ότι αφορά τα τηλεοπτικά προγράμματα, ήρθε κάποτε το πλήρωμα του χρόνου να πάρω και λίγο μάτι κι από Next Top Model, αν κι εδώ ισχύει αυτό που λένε για την αλεπού και το παζάρι: Ναυτικάντζα του κερατά ο υπογράφων, σαν στραβοχυμένος λουκουμάς ως σωματότυπος, και άτομο μειωμένης αισθητικής ως προς τα της ένδυσης- με δυο λόγια τόση σχέση έχων με την Haute couture, όση και η ναυπηγική με τη βυρσοδεψία. . Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια φορά που είχα αγοράσει από τη μακρινή Jakarta ένα συνολάκι, (κόκκινο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι), +140% νάιλον, -200% βαμβάκι, κι όταν το κοτσάρισα για το ταξίδι της επιστροφής μου στη φιλτάτη πατρίδα, έμοιαζα με κινούμενο στόχο. Κάποια στιγμή μάλιστα που πέρασα πολύ κοντά από έναν Gyft (γύφτος, στα λαπωνέζικα), που ήταν κι αυτός μέσα στη ναϊλούρα, δημιουργηθήκαν μεταξύ μας ισχυρότατα ηλεκτρομαγνητικά πεδία, (βρήκε ο γύφτος τη γενιά του, και ...; ηλεκτροδότησαν μια πόλη).Κι όταν κάποτε έφτασα σπίτι μου, υποχρεώθηκα υπό των οικείων μου να βγάλω το συνολάκι και να το παρατήσω στο χολ της εισόδου, και μόνο όταν το έπραξα, μου επετράπη να προχωρήσω στα ενδότερα.

            Βέβαια το Next Top Model είναι ένα ακόμη reality απ' τα τόσα και τόσα με τα οποία έχουν πλημμυρίσει οι Αμερικάνοι την παγκόσμια τηλεοπτική αγορά, κι ως εδώ, όλα καλά -συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια. Και βέβαια, όπως κάθε τηλε-reality που σέβεται τον εαυτό του, έτσι και το συγκεκριμένο έχει την εξ ειδικών επιτροπή του, που όμως δε μοιάζει με καμιά από τις αντίστοιχες άλλων προγραμμάτων του είδους, κι αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον και το γουστόζικο της υπόθεσης. Τέσσερις ή πέντε υπάρξεις τόσο ...; transparent κι αιθέριες, που θαρρείς είναι καμωμένες από τούλια κι αέρα κοπανιστό -τόσο εξεζητημένα λεπτεπίλεπτες κι ευγενικές, που σε πιάνουν τα γέλια. Υπομειδιούσες (τα χάχανα είναι για τους αγροίκους και τους άξεστους), ενίοτε δε και αυστηρές έναντι των διαγωνιζομένων, όμως και πάλι μ' έναν τρόπο που δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τίποτε τυχαίους, αλλά με πλάσματα φερμένα από κάποιον άλλο- ανώτερο- πολιτισμό, ίσως κι από κάποιον άλλο πλανήτη Αλλά εντάξει, δικαίωμά του καθενός να παριστάνει ό,τι θέλει- ακόμη και την κουνουπιέρα. Το ζήτημα που μπαίνει εδώ είναι, γιατί σε μια πρότασή σας, τις μισές λέξεις τις λέτε στα ελληνικά, και τις άλλες μισές στα αγγλικά, ή τέλος πάντων σε ένα ιδίωμα εντελώς δικής σας επινόησης; Τι πάει να πει, feeling, και τι πάει να πει, attitude, βρε «Χρυσά» μου «Ψαλίδια»; Κι ωραία, ας πούμε πως στο χώρο της μόδας και της υψηλής ραπτικής, οι άνθρωποι μιλάνε και συνεννοούνται μεταξύ τους σε μια Εσπεράντο δικής τους έμπνευσης, όταν όμως απευθύνεσαι σε πολύ κόσμο, και μάλιστα σε νέα παιδιά που μάλλον αποτελούν και τους κατ' εξοχήν θιασώτες των εκπομπών αυτού του είδους, δεν έχεις την έστω και ελάχιστη υποχρέωση να μιλάς ελληνικά της ανθρωπιάς;

            Γιατί-το ξαναλέω- αν όντως παρακολουθούν την εκπομπή σας πολλά νέα παιδιά, τότε ποιο είναι το μήνυμα που τους «περνάτε»; Μήπως ότι τα φραγκολεβαντίνικα  (με όλη την πασπαλισμένη με χρυσόσκονη αμορφωσιά και καφρίλα που συνεπάγονται), είναι η γλώσσα του μέλλοντος; Ποια απ' τις δυο γλώσσες που ψιλο-μιλάτε , είναι εκείνη που μπάζει τα περισσότερα νερά, ώστε να «αναγκαζόσαστε» να δανείζεστε σε τέτοιο βαθμό λέξεις κι εκφράσεις από την άλλη, προκειμένου να φτιάξετε μια ολοκληρωμένη πρόταση; Ή μήπως όλα αυτά γίνονται έτσι, για εφέ;

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

El Classico...!

Με αφορμή τα όσα «ωραία» ακούστηκαν στο pregame από τη συχνότητα της ΝΕΤ (δηλ. πριν από την έναρξη του El Classico -γιατί, ρε παιδιά, El Classico?  Αν το πείτε, κλασσικό ντέρμπι, ή κάπως έτσι τέλος πάντων, θα σας πάει στραβά η βδομάδα;) θυμήθηκα εκείνο το ανέκδοτο, όπου δυο φίλοι είναι σ' ένα ωραίο αγρό, ο ένας  καβάλα στον άλλον, και ...;. Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Κι όπως κάνουν ό,τι κάνουν τέλος πάντων, και  το ευχαριστιούνται, ρωτάει αυτός που παίζει το ρόλο του επιβήτορα, «Δε μου λες, ρε Σταμάτη, μήπως σε πονάω;» Οπότε του απαντάει ο άλλος, ο «αποκάτω», «Τι λες, ρε Θανάση; Πονούν τα παλικάρια;»

            Ελλάς, η κοιτίς του πολιτισμού, κι επ' εσχάτων των χρόνων της τζάμπα μαγκιάς και του αντριλικιού της κακιάς συμφοράς. Η κουβέντα για τα έκτροπα που αμαυρώνουν κατά κανόνα τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ των και έτσι αποκαλούμενων καλύτερων ομάδων του πρωταθλήματός μας, κι εκδηλώνονται πριν, κατά τη διάρκεια αυτών των κατ' ευφημισμό τις περισσότερες φορές ντέρμπι, και μετά το τέλος τους, με τους κάφρους των διαφόρων «Θυρών» (που κατά μερικούς φωστήρες αποτελούν  την «ψυχή» και το «ζωντανό κύτταρο» των οπαδών ενός συλλόγου). Το λόγο είχε κάποιος «λαμπρός» sportscasterτου κρατικού μας καναλιού, ο οποίος, αντί να καταδικάσει ευθύς εξ αρχής κι απερίφραστα αυτού του είδους τις αθλιότητες, απλώς αποφάνθηκε πως οι ποδοσφαιριστές που κατεβαίνουν στη ...; ρωμαϊκή αρένα, πρέπει να είναι αντράκια και να το λέει η περδικούλα τους, προκειμένου να αντεπεξέρχονται επιτυχώς στις δυσκολίες (διάβαζε, στα εκτός αγωνιστικού χώρου αίσχη) μιας τέτοιας αναμέτρησης.

            Στη συνέχεια μίλησε ο παλιός άσσος του ΠΑΟ Νίκος Καρούλιας, ο οποίος είπε το αυτονόητο, δηλαδή ότι υπάρχουν και παίκτες (των φιλοξενουμένων), οι οποίοι φοβούνται κι επηρεάζονται αρνητικά, όταν βλέπουν τους ουρανούς πάνω από τα κεφάλια τους να βρέχουν βεγγαλικά, δυναμιτάκια, αναπτήρες, νυχοκόπτες, κι άλλα τέτοια φονικά αντικείμενα.

            Για να πάρει την εξής ...; αποστομωτική απάντηση από τον παλιό τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Κελεσίδη, του οποίου η μπάσα φωνή οφείλω να ομολογήσω προσέδωσε άλλο ειδικό βάρος στα λεγόμενά του, «Το ποδόσφαιρο είναι αντρικό άθλημα. Όσοι φοβούνται, καλύτερα να μην κατεβαίνουν στο γήπεδο».

            Που θα πει ότι, (όπως άλλωστε συνέβη με τον τερματοφύλακα του ΠΑΟ, Τζόρβα), όντας παίκτης της φιλοξενούμενης ομάδας, όλο που πρέπει να κάνεις τη στιγμή που οι αλητήριοι σε ...; ραίνουν με καπνογόνα, δυναμιτάκια, αναπτήρες, πλαστικά μπουκάλια και ό,τι άλλο έχουν κουβαλήσει από το σπίτι τους, είναι να στέκεις αγέρωχος καταμεσής του γηπέδου, με το κεφάλι σου ψηλά, και να χτυπάς το στήθος σου με τις γροθιές σου σαν γορίλας.

            Τώρα, κι αν τύχει και σου ανοίξουν το κεφάλι ...; σιγά τα ωά! Τι σόι άντρας είσαι, αν δεν αντέχεις να κυκλοφορείς τα επόμενα δυο τρία τέρμινα με τα μυαλά υπομάλης; Σωστά, κύριε Κελεσίδη μου;

            Αυτά ακούν τα «αντράκια» της Θύρας 7, της Θύρας 13, και της Original, και με την επόμενη ευκαιρία θα πάνε στο γήπεδο προς ...; ενίσχυση της αγαπημένης του ομάδας εφοδιασμένα όχι απλώς με δυναμιτάκια, λέιζερ, και αναπτήρες, αλλά με οπλοπολυβόλα και tommygun. Αυτά τα «αντράκια» που το αντριλίκι ξυπνάει μέσα τους μόνο όταν μαζεύονται πάνω από είκοσι, γιατί, αν τύχει και ξεμοναχιάσεις κανένα από δαύτα, το πιο πιθανό είναι να το βάλει στα πόδια, τρέχοντας με χίλια, τόσο που οι φτέρνες του θα ακουμπούν στ' αυτιά του.

            Κι όλα αυτά προς δόξαν του ελληνικού ποδοσφαίρου και του πρωταθλήματός μας που μόνο από τα καλύτερα δεν είναι της Ευρώπης. Το δια ταύτα της υπόθεσης; Αυτοί οι δήθεν θερμοκέφαλοι πιτσιρικάδες προβαίνουν σ' αυτού του είδους τις αθλιότητες με την ανοχή και με τις ευλογίες κάποιων άλλων, ενίοτε και υψηλά ιστάμενων, γιατί, βλέπετε, το ποδόσφαιρο στο Ελλάντα είναι ...; αντρικό σπορ! Εντάξει, λεοντόκαρδοι του Σαββατοκύριακου, αντρικό σπορ μπορεί να είναι -έστω κι έτσι όπως εννοείτε εσείς το αντριλίκι- όμως κατά τα λοιπά συχνά πυκνά μόνο ποδόσφαιρο δεν είναι!

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Σα να μη μας τα λες (και πολύ) καλά, κύριε Σαμαρά!

Σαν μη ΝεοΔημοκράτης, έχω μερικές εύλογες απορίες σε ότι αφορά την εκλογή του νέου αρχηγού του εν λόγω Κόμματος: Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις (και τις μετρήσεις, βεβαίως, βεβαίως), η αρχηγία της Ν.Δ. φαίνεται ότι θα περάσει στα χέρια του κυρίου Σαμαρά. Γιατί, όμως; Αν νικήσει ο Σαμαράς θα σημαίνει ότι οι έχοντες δικαίωμα ψήφου ΝεοΔημοκράτες θα τον έχουν κρίνει στη μεγάλη τους πλειοψηφία ως τον πιο κατάλληλο για το πόστο, ή γιατί θα έχουν δει στο πρόσωπό του τον κύριο εκφραστή του και έτσι αποκαλούμενου αντι-Μητσοτακικού μπλοκ; Αν ισχύει το πρώτο, καλώς έχει, και οι άνθρωποι βεβαίως γνωρίζουν καλύτερα από εμάς τους «απέξω» τα του οίκου τους. Αν ισχύει το δεύτερο, δεν αποκλείεται μια ενδεχόμενη νίκη Σαμαρά να αποδειχτεί πύρρειος, και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα οι ΝεοΔημοκράτες να ψάχνουν ξανά μανά από την αρχή για νέο αρχηγό.

            Βέβαια στην πολιτική περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ισχύει το περίφημο, «Ο Σκοπός Αγιάζει τα Μέσα», και υπ' αυτή την έννοια να εξηγείται ως ένα βαθμό η ρητορική του κυρίου Αντωνάκη -μια ρητορική που ηχεί κάπως παράξενα στο αυτί του ουδέτερου παρατηρητή/ψηφοφόρου- του Έλληνα πολίτη ο οποίος ίσως μελλοντικά δεν θα είχε αντίρρηση να ψηφίσει Ν.Δ., αν στο μεταξύ είχε πειστεί πως το συγκεκριμένο Κόμμα είναι σε θέση να κυβερνήσει καλύτερα τη χώρα. Επί του παρόντος όμως αυτή την κατηγορία των πολιτών που επί το πλείστον επηρεάζουν και το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης (και φυσικά αναφέρομαι στις εθνικές εκλογές), ο κύριος Σαμαράς μοιάζει να μην την παίρνει υπόψη της.

            Έτσι όπως βρισκόταν επί σειρά ετών σε ένα είδος ιδιότυπης πολιτικής εξορίας, δεν μου είναι εύκολο να έχω μια σαφή άποψη για το (πολιτικό) ανάστημα και την (επίσης πολιτική) επάρκεια του ανδρός. Ο λόγος του όμως το τελευταίο διάστημα αποπνέει (πάντα κατά τη γνώμη μου), μια ξινίλα. Μου θυμίζει γυμνασιάρχη της δεκαετίας του '60, από εκείνους που νόμιζαν ότι είχαν το αλάθητο του Πάπα, και ότι ο ήλιος ανέτειλε από τον ...; πισινό τους. Αυτά τα, «Ο μεγάλος αντίπαλος είναι το ΠΑΣΟΚ», και τα, «Οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ θα γελάνε μαζί μας», (αναφερόμενος στην πρόταση Μπακογιάννη για δημόσιο διάλογο μεταξύ των υποψήφιων για την αρχηγία του Κόμματος), μάλλον δεν είναι και ό,τι το καλύτερο.

            Εντάξει, μπορεί το ΠΑΣΟΚ, με το τέλος της τετραετίας του, και με την προϋπόθεση πως θ' αντέξει μέχρι τότε, να τα έχει πάει τόσο άσχημα, που οι διάφοροι κύριοι Αλμούνηδες και Μαμούνηδες όχι απλώς να μας κουνούν απειλητικά το δάχτυλο, αλλά να μας δέσουν ως χώρα με αλυσίδες, να μας ρυμουλκήσουν και να πάνε να μας αμολύσουν κάπου καταμεσής του  Ειρηνικού (κατά προτίμηση σε γεωγραφικό μήκος 180 μοιρών -ούτε δυτικό, ούτε ανατολικό), για ν' απαλλαγούν μια και καλή από την αφεντιά μας. Βέβαια ουδέν κακόν αμιγές καλού, μιας κι έτσι θα γλιτώναμε άπαξ και δια παντός από Σκοπιανούς, Τούρκους και λοιπούς ατάσθαλους γείτονες.

            Επί του παρόντος όμως - παρά το όποιο αμαρτωλό παρελθόν του, και μέχρι να δούμε πώς θα τα πάει τελικά σαν κυβέρνηση- γιατί να αποτελεί το ΠΑΣΟΚ τον μεγάλο σας αντίπαλο, κύριε Αντωνάκη μου; Αντίπαλος γενικώς και αορίστως και στο πλαίσιο μιας κόντρας επιπέδου Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός, ή επί τη βάσει διαφορετικών πολιτικών με στόχο την καλύτερη διακυβέρνηση της χώρας; Βεβαίως επί της ουσίας και σε βάθος χρόνου, το ΠΑΣΟΚ θα είναι ο αντίπαλος ο δικός σου και της παράταξής σου, όμως, στο βαθμό που μέχρι χθες ακόμη η παράταξή σου ήταν στα πράγματα, και τα πήγε τόσο άσχημα, που ακόμη δεν μπορείτε να συνέλθετε από την πανωλεθρία που πάθατε στις εκλογές, γιατί δεν κουλάρεις λιγάκι αν μη τι άλλο προς το παρόν, αφήνοντας τις μεγαλοστομίες γι' αργότερα, που κατά το μάλλον ή το ήττον θα έχουν και κάποια υπόσταση;  Στην παρούσα φάση, το να βγεις εσύ είτε το οποιοδήποτε άλλο στέλεχος της Ν.Δ. και να κατηγορήσετε τον Παπανδρέου είτε το ΠΑΣΟΚ για το οτιδήποτε, είναι σαν να είχε βγει κάποτε ο 'Αλ Καπόνε και να είχε κατηγορήσει  τον  Τζον Ντίλινγκερ ότι ήταν γκάνγκστερ! Κι αυτοί οι «ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ που θα γελάνε σε βάρος μας», (σε βάρος δικό σου και του Κόμματος σου), τι είναι, κύριε Αντωνάκη μου; Αντίχριστοι; Τούρκοι; Αγαρηνοί; Για εμάς που πληρώνουμε το τίμημα των επιλογών σας (είτε πράσινες είναι αυτές οι επιλογές, είτε γαλάζιες), τα γέλια μας έχουν στερέψει, έτσι όπως καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε μια καθημερινότητα που πάει από το κακό στο χειρότερο. Εκτός από το ...; εξωτικό όσο και αμιγώς ελληνικό εκείνο είδος των ψηφοφόρων που τα συμφεροντάκια τους (τα στενά, κακώς εννοούμενα και πέρα για πέρα ιδιοτελή συμφεροντάκια τους), συνδέονται άμεσα με το ένα ή το άλλο Κόμμα εξουσίας, και άρα έχουν «έννομη» και δικαιολογημένη πρεμούρα για το ποιο απ' τα δυο είναι στα πράγματα, εμείς οι υπόλοιποι, είτε λόγω βλακείας, είτε λόγω αντικειμενικών συνθηκών, απλώς ψάχνουμε με το κερί για κάποιους πολιτικούς, ικανούς να αντιμετωπίσουν το χάος, και να βάλουν σε μια τάξη τα πράγματα -τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο.

            Αν ο πυρήνας της άσκησης μιας  πολιτικής είναι η οικονομία, στο βαθμό που η οικονομική αυτή πολιτική σχεδιάζεται και χαράσσεται σε «ξένα κέντρα» που λέγαμε και παλιότερα, τότε -κι εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, καλώς είτε κακώς- η επάρκεια μιας εθνικής κυβέρνησης (αναφέρομαι στις χώρες-μέλη της Ε.Ε.) κρίνεται εν πολλοίς από τον τρόπο που διαχειρίζεται και εφαρμόζει τις  εντολές που παίρνει απ' τα ψηλά, (κι εκτός χώρας) πατώματα. Για την ώρα λοιπόν, και μέχρι να περάσει η περίοδος του παγετώνα του τέλους των ιδεολογιών, εμείς hoi polloi (που λένε και οι Άγγλοι) σ' αυτό προσβλέπουμε, και γι' αυτό ελπίζουμε (το μη χείρον ...;) Γι' αυτό και ο κόσμος λέει πολύ σωστά, «Τι ΠΑΣΟΚ, τι Νέα Δημοκρατία; Δυο όψεις του ίδιους νομίσματος».

            Άσε, λοιπόν,  κατά μέρος  τους διαχωρισμούς, κύριε Αντωνάκη μου, («εμείς, οι καλοί, και οι άλλοι, οι κακοί, και να δείτε τι έχω να τους κάνω εγώ των κακών, όταν με το καλό έρθω στα πράγματα») και κοίτα να πεις τίποτε για να γλυκάνεις και το αυτάκι εκείνου του πολίτη που μπορεί σήμερα να ψήφισε «τον αντίπαλο», μπορεί όμως αύριο να ψηφίσει κι εσένα, αν τον πείσεις πως μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα. Ωραία αυτά τα περί «ιδεολογικής καθαρότητας», όμως τι ακριβώς σημαίνουν, και με ποιον τρόπο μπορούν να επενδυθούν γόνιμα και θετικά προς την κατεύθυνση της καλύτερης διακυβέρνησης της χώρας και προς όφελος όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως ιδεολογίας; Απ' αυτή την άποψη, σ' εμάς τους απέξω η Ντορούλα παρουσιάζει μια σαφώς καλύτερη εικόνα, όσο κι αν δεν έχουμε λόγο για το ποιος τελικά θα πάρει τα κλειδιά του μαγαζιού.

             

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Περισσότερη τηλεοπτική αποβλάκωση σε λίγο!...

Κακός νοτιάς φυσούσε, κι εδώ που μένω, δυο βήματα πιο βόρεια από της ακτές της Β. Αφρικής, (που λέει ο λόγος), όταν φυσάει ο Γαρμπής, και μάλιστα μέσα στο χειμώνα, φέρνει υγρασία που σε μουλιάζει, (όπου στάξει νερό, κάνει μια βδομάδα να στεγνώσει), μια ζέστη αφύσικη που σε πιάνει από το λαιμό, και μύγες και κουνούπια κατευθείαν από τις κρεαταγορές και τους νερόλακκους της Αιγύπτου και της Λιβύης.

Σκεπαζόμουν, ζεσταινόμουν, ξεσκεπαζόμουν, κρύωνα.

            Διάβασα λίγο εφημερίδα, διάβασα λίγο για τον Γοδεφρείδο του Μπουιγιόν που ήταν ο πρώτος κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ εκεί εν έτει 1099 (τις προάλλες σαν να λέμε), όμως ύπνος δεν μου κολλούσε, έτσι άνοιξα το χαζοκούτι, μπας κι αποκοιμηθώ ελέω χαζέματος. Το έβαλα στον Σκάι που τέτοιαν ώρα (εκεί, γύρω στις δυο το χάραμα), έδειχνε ένα αμερικάνικο ντοκιμαντέρ με καταδιώξεις κακοποιών και λοιπών παρανομούντων. Ο αφηγητής ήταν ένας βεριτάμπλ μπάτσαρος με μασελάτο μόνιμο χαμόγελο (δόντια εκτυφλωτικά λευκά, σαν από πορσελάνη,  σμιλεμένα με ...; μεράκι και άψογα από πλευράς διάταξης), που προσπαθούσε να μας πείσει πως στο Αμέρικα πάντα στο τέλος θριαμβεύουν ο Νόμος και η Τάξη, και πως οι παράνομοι δεν έχουν καμιά τύχη. Και πάντα μ' εκείνο το χαμόγελο, που δεν μου είναι άγνωστο, μιας κι έχω δουλέψει γκαρσόνι στο κυλικείο της πάλαι ποτέ Σχολής Χωροφυλάκων, (εκεί, στο ύψος της Ελληνορώσων, αν ενθυμείστε). Είχα ξεκινήσει από γκαρσόνι, με σκοπό να γίνω κι εγώ χωροφύλακας, τελικά όμως κατέληξα καραβόμουτσος. Έτσι, που λέτε, χαμογελούσαν όλοι οι αξιωματικοί και οι βαθμοφόροι εκεί, στη Σχολή Χωροφυλάκων, κι ήταν ένα χαμόγελο που δεν εξεδήλωνε ούτε ψυχική ευφορία, ούτε καλή προαίρεση. Σε κοιτούσε ο γαλονάς της αλήστου μνήμης Χωροφυλακής μ' εκείνο το διαβολικό του χαμόγελο, κι ήταν σαν να σου έλεγε, «Πού θα μου πας; Θα σε πιάσω, δεν θα σε πιάσω;» διότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (αρχές τις δεκαετίας του '60) εκτός των εγκληματιών και κακοποιών γενικώς  του κοινού Ποινικού Δικαίου, κυκλοφορούσαν και στίφη ολάκερα κομμουνιστών και λοιπών ανατρεπτικών στοιχείων, κι ήταν τόσο άσχημα τα πράγματα που, αν το καλόψχανες, οι οχτώ στους δέκα πολίτες έχρηζαν μπουζουριάσματος, γι' αυτό και οι χωροφύλακες ήταν σε μια μόνιμη κατάσταση επιφυλακής κι εγρήγορσης.

            Στην τρίτη καταδίωξη, για να 'ρθουμε πάλι στα σημερινά, κάπως βάρυναν τα βλέφαρά μου, και με πήρε ο ύπνος, κάτι που όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς, μετά από λίγο, βρέθηκα με πέντ' έξι μύγες κι άλλα τόσα κουνούπια να ασελγούν πάνω στο σαρκίο μου, ελέγχοντας επισταμένως  τα εσώτερα των αυτιών και των ρουθουνιών μου.

            Η τηλεόραση βέβαια είχε μείνει ανοιχτή, και συντονισμένη στο ίδιο κανάλι, που τώρα έδειχνε μια άλλη αμερικανιά, (κι από τέτοιες ο Σκάι, εκτός από τα καλά ντοκιμαντέρ και κάποιες άλλες εκπομπές που αξίζουν, έχει να φάνε κι οι κότες)- μια εκπομπή που λεγόταν The Boiling Point, παρεμφερή λίγο πολύ με την επίσης αλήστου μνήμης Candid Camera, αν και στο πολύ πιο χοντροκομμένο και απαράδεκτο για τον έστω και στοιχειωδώς υγειώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της τόσο ωραίας εκπομπούλας, όπως καθόσουν μαζί με τη γυναίκα σου ή με φίλους κοντά στη τζαμαρία ενός καφενείου ή ενός εστιατορίου κι απολάμβανες τον καφέ σου ή τα σουτζουκάκια σου, χαζολογώντας και κουβεντιάζοντας αμέριμνος, ζύγωνε κάποιος πανίβλακας στο τζάμι από τη μεριά τους δρόμου και, όπως σε κοιτούσε καλά-καλά, άρχιζε να κάνει διάφορες ανοησίες κι ασχήμιες, (τάχα μου ότι ξερνούσε, τάχα μου ότι καθάριζε τη μύτη του κι άλλα τέτοια συμπαθητικά και γουστόζικα), με απώτερο σκοπό να σε κάνει έξω φρενών και να σε ωθήσει στα όριά σου. Τώρα, όποιο από τα θύματα άντεχε περισσότερο σε αυτού του είδους την ξεδιάντροπη παρενόχληση/κακοποίηση (ο πανίβλακας κρατούσε χρονόμετρο!) κέρδιζε εκατό δολάρια, ευγενική προσφορά του τάδε τηλεοπτικού προγράμματος, όπως του ανακοίνωνε περιχαρής ο αγενέστατος τύπος (ο οποίος σημειωτέον σκιζόταν να  βγάλει το χαρτονόμισμα από την τσέπη του και να το δώσει, δίκην κατευναστικού στην ενδεχόμενη πρόθεση του θύματος να του μαυρίσει το μάτι). 

            Το αξιοπερίεργο όμως δεν είναι τόσο αυτό καθεαυτό το είδος και το ήθος της συγκεκριμένης εκπομπής, όσο ο τρόπος που αντιδρούσαν τα θύματα στην χοντροκομμένη κι ανάγωγη φάρσα, με το που πληροφορούνταν ότι, εκτός του ότι θα τσέπωναν εκατό δολάρια, πίσω απ' όλη αυτή την ασχήμια βρισκόταν κάποιο γνωστό τηλεοπτικό πρόγραμμα (σε μια άλλη περίπτωση, όπως μπαίνει ένα νεαρό ζευγάρι σ' ένα κατάστημα με είδη ιματισμού, όταν το αγόρι διαλέγει να προβάρει ένα παντελόνι, η πωλήτρια τού «την πέφτει» στα ίσια μπροστά στα μάτια της καλής του, κι επιμένει να στριμωχτεί μαζί του μέσα στο δοκιμαστήριο). Όλοι ξέρουμε πως τέτοιου είδους χοντροκομμένες φάρσες συχνά γίνονται αιτία  να τσακωθούν άγρια μεταξύ τους φίλοι, ακόμη και συγγενείς, κάποτε με απρόβλεπτες συνέπειες. Το ερώτημα είναι, γιατί, άνθρωποι που είναι στο τσακ να τραβήξουν μαχαίρι και να κάνουν φόνο, αντιδρούν με αυτόν τον ηλίθιο και χαζοχαρούμενο τρόπο (γελάκια, συγκίνηση -ναι, συγκίνηση - και επιφωνήματα του τύπου, «Ουάου! Είσαστε από την εκπομπή, <Δείξε μας πόσο βλίτο είσαι>; Θεέ μου! Δεν το πιστεύω!»), όταν μαθαίνουν πως ο ...; πλακατζής της υπόθεσης είναι η τηλεόραση, ή τέλος πάντων αυτού του είδους η τηλεόραση; Χωρίς καμιά διάθεση για μεγαλοστομίες και για αφ' υψηλού κριτική, αν τέτοια φαινόμενα δεν αποτελούν την αποθέωση της αλλοτρίωσης, τότε τι στον κόρακα την αποτελεί; Έχει φτάσει η τηλεόραση να αναδεικνύει (και βεβαίως να επωφελείται τα μέγιστα απ' αυτήν την κατάσταση), ό,τι πιο βλακώδες και ρηχό υπάρχει μέσα μας, και υπ' αυτή την έννοια, δεν είναι να απορεί κανείς που ένα σωρό χαζο-προγράμματα χαίρουν τόσο μεγάλης αποδοχής και τηλεθέασης. Και, αν υποθέσουμε πως ακόμη δεν έχουμε δει τίποτε, τότε ίσως έρθει μέρα που το να θεωρούμε την κυρία Μενεγάκη εφάμιλλη της Μαντάμ Κιουρί δεν θα αποτελεί καν πταίσμα. 

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

Όλα του γάμου δύσκολα (η ΑΕΚ, ο Κοζώνης, ο Νοτιάς και η εγγυητική!)

_MG_0012.jpg

Το ΄χει που το 'χει η κούτρα μας σαν λαός, ο νους μας να πηγαίνει πάντα στο κακό, είμαστε και συνωμοσιολάγνοι, κι έτσι, όταν μας απασχολούν κάποια σοβαρά θέματα -από πολιτικά και κοινωνικά, μέχρι αθλητικά και ιδιαίτερα ποδοσφαιρικά- έρχεται και δένει το γλυκό, κι άκρη δεν μπορούμε να βρούμε με τίποτε, μέχρι που περνάει ο καιρός, μας ξεπερνούν τα γεγονότα, κι εμείς μένουνε να κουβεντιάζουμε ακόμη για το αν φταίει το ένα ή το άλλο, χωρίς τις περισσότερες φορές να καταφέρνουμε να βρούμε μιαν άκρη.

            Για την ΑΕΚ, την ομαδάρα μου ο λόγος, και όλα τα περίεργα που συμβαίνουν το τελευταίο καιρό γύρω από την μεταβίβαση του πλειοψηφικού πακέτου της ΠΑΕ στον Ελληνοαμερικανό Κοζώνη. Πολλά γράφονται, και από διαφορετικές πλευρές, γύρω από το θέμα της εγγυητικής, και της αδυναμίας του Νοτιά να την υπογράψει, γιατί, λέει, σε ότι αφορά τα πραγματικά χρέη της ομάδας επικρατεί το σκότος και το έρεβος, και γενικά γίνεται το έλα να δεις. Αλήθεια; Κακόβουλες διαδόσεις ανθρώπων που, για τους δικούς τους σκοτεινούς κι ανομολόγητους λόγους, δεν θέλουν να ευοδωθεί το deal; Μισές αλήθειες και μισά ψέματα; Τρέχα γύρευε, και Νικολό, καρτέρει!

            Η γενικότερη εικόνα, και άσχετα με το πώς θα  εξελιχθούν τελικά τα πράγματα, είναι πως, σε ό,τι αφορά τα οικονομικά της ΠΑΕ, επικρατεί μεγάλο μπάχαλο, και, αν μη τι άλλο, εκείνο που περιμένει -ίσως κι απαιτεί- ο απλός οπαδός της ομάδας είναι να μάθει όλη την αλήθεια για το πώς έφτασε η κατάσταση ως εδώ που έφτασε.

            Γι' αυτό θα ήθελα, με όλη τη σεμνότητα που με διακρίνει, να κάνω μια πρόταση προς τον κύριο Χατζηχρήστο και τους λοιπούς οπαδούς της ομάδας που έχουν βαλθεί να κυνηγούν ...; βάτραχους και λοιπά αμφίβια, αφού το κάνουν που το κάνουν το «καλό», ας στρέψουν τουλάχιστον τα βέλη τους προ τα εκεί που πρέπει, κι ας πάψουν να ασχολούνται με τον Μπάγιεβιτς και τους παίχτες. Με απλά ελληνικά, ας σταματήσουν να ψειρίζουν την ουρά του ελέφαντα, κι ας βγουν μπροστά, αν το μπορούν, να κοντραριστούν στα ίσια με την προβοσκίδα και τους χαυλιόδοντες του παχύδερμου. Ας ψάξουν να βρουν ποιοι είναι οι πραγματικοί υπαίτιοι που έφεραν την ομάδα σε αυτό το χάλι, κι ας ξεσπάσουν επάνω τους τη ...; θεία οργή τους, αν πραγματικά πιστεύουν πως μπορεί να λυθεί το πρόβλημα με τραμπουκισμούς και προπηλακισμούς.

            Όποιος πιστεύει ότι είναι δυνατόν να παίξει η ΑΕΚ καλό και ανταγωνιστικό ποδόσφαιρο, όσο σοβεί αυτή η άθλια κατάσταση στα διοικητικά της, - κι αυτό άσχετα με τις όποιες εγγενείς αδυναμίες και ελλείψεις μπορεί να έχει σαν ομάδα (είναι κάτι που μέλει να εξεταστεί, αφού όμως πρώτα θα έχει μπει μια έστω και στοιχειώδης τάξη στα του οίκου της)-, καλά θα κάνει να επισκεφτεί κανέναν ψυχίατρο! Πόσω μάλλον αν υπάρχουν σημαντικές χρηματικές οφειλές προς τους παίκτες! Αυτά τα περί «βαριάς φανέλας» και λοιπά είναι μόνο για μας, τους απλούς οπαδούς που, είτε λόγω «καλού χαρακτήρα», είτε λόγω αδυναμίας, αντιμετωπίζουμε την ομάδα σαν ιδέα (και βεβαίως πολύ καλά κάνουμε). Δυστυχώς το ποδόσφαιρο σήμερα, και σε παγκόσμια κλίμακα, γι' αυτούς που ασχολούνται ενεργά μαζί του και ορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις τύχες του από το οποιοδήποτε μετερίζι, είναι strictly business! Η ΑΕΚ -και λυπάμαι που το λέω- σε επίπεδο παικτών είναι από εκείνες της ομάδες της Super League που απαρτίζονται  σε μεγάλο βαθμό από μισθοφόρους (δηλαδή ξένους παίκτες), οι οποίοι, όσο βλέπουν το μαγαζί να καταρρέει, σιγά μην μπουν στο γήπεδο με όρεξη για καλή μπάλα.

            Γι' αυτό λέω προς το αφεντικό της Original και τους λοιπούς συγγενείς, αφήστε τον Μπάγιεβιτς στην ησυχία του, (εκτός κι αν έχετε τρόπο να μας φέρετε τον ...; Ferguson), και κοιτάξτε μήπως ξετρυπώσετε και ξεμπροστιάσετε κανένα από τα τόσα και τόσα λαμόγια που πέρασαν τα τελευταία χρόνια από την ομάδα, να το μάθουμε κι εμείς για να του στείλουμε ευχητήριες κάρτες τώρα, τις γιορτές

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2009

O κύριος Μουρατίδης και τα κουμπιά της Αλέξαινας

Απ' αφορμή μια (τηλε)κριτική που διάβασα για τον γνωστό και μη εξαιρετέο κύριο Μουρατίδη, θα ήθελα να επισημάνω μερικά πράγματα που τα σκέπτομαι από καιρό. Η σκέψη μου είναι μήπως τελικά ήγγηγεν η ώρα που θα πρέπει να σταματήσουμε την κριτική, σε ότι αφορά τα τηλεοπτικά μας πράγματα, και να πιάσουμε την αυτοκριτική.

            Γιατί, εδώ που έχει φτάσει  η κατάσταση, το ζητούμενο δεν είναι τι μας δείχνουν, αλλά τι επιλέγουμε εμείς να βλέπουμε. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, στο φινάλε τα εύσημα, όσον αφορά το πόσο «καλό» ή πόσο «κακό» είναι ένα τηλεοπτικό προϊόν, τα δίνει η AGB, επομένως ...; αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω! Που με τη σειρά του θα πει πως, είτε «πειραγμένα» είναι τα μηχανάκια της καλής εταιρίας, είτε όχι, εν πολλοίς αντανακλούν τη ...; λαϊκή βούληση.

            Όταν λέω να κάνουμε την αυτοκριτική μας, (δηλ.,  εμείς, οι τηλεθεατές), εννοώ να αποδεχτούμε επιτέλους το γεγονός πως, είτε γιατί είναι στο DNA μας, είτε γιατί έτσι μας έχουν συνηθίσει (εδώ κολλάει η θεωρία περί αβγού και κότας), γουστάρουμε τηλεόραση τζερτζελεδιάρικη, με γερές δόσεις σύστριγκλου και χαβαλέ. Αν όντως είναι αυτά τα στοιχεία που κάνουν ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα να έχει μεγάλη τηλεθέαση, κι αν απ' την άλλη υποθέσουμε τουλάχιστον σ' ένα θεωρητικό επίπεδο, πως το συγκεκριμένο πρόγραμμα είναι της πλάκας, τότε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης  βαρύνει αυτούς που το υποστηρίζουν παρακολουθώντας το, και σαφώς λιγότερο (όσο κι αν δεν μας αρέσει!) τους συντελεστές του (από το κανάλι που το φιλοξενεί και την παραγωγή, μέχρι τους παρουσιαστές).

            Νομίζω πως το X-Factor αποτελεί ένα καλό παράδειγμα. Έχουμε τον κύριο Μουρατίδη, κι επί σειρά ετών μας απασχολεί το ...;ακανθώδες ερώτημα αν ο άνθρωπος είναι και εκ του φυσικού του έτσι όπως παρουσιάζεται στο «γυαλί», ή μήπως, χάριν θεαματικότητας, υποδύεται κάποιον ρόλο; Αν συμπεριφέρεται έτσι και στην καθημερινή του ζωή, τότε σίγουρα είναι ...; ο κατάλληλος άνθρωπος, στην κατάλληλη θέση. Αν όχι, τότε ισχύει αυτό που λέμε,  ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Όμως και πάλι το ζητούμενο δεν είναι αν ο κύριος Μουρατίδης, (απλώς, τον χρησιμοποιώ σαν παράδειγμα, γιατί κατά τα λοιπά ...; πέρα βρέχει!) είναι κατά βάθος «καλό» ή «κακό» παιδί, αλλά κατά πόσο ο ίδιος και τα καμώματά του προσδίδουν εκείνο το κατιτίς στις τηλεοπτικές εκπομπές που εμφανίζεται, που τελικά κεντρίζει το ενδιαφέρον του μέσου τηλεθεατή και τον σπρώχνει να τις παρακολουθεί.

            Παίρνω τον εαυτό μου σαν παράδειγμα (και μετά απ' αυτό, ορκίζομαι να πάω να με κοιτάξει κανένας ψυχίατρος): Δεν παρακολουθώ φανατικά τη συγκεκριμένη εκπομπή, γιατί επί το πλείστον ...;. βλέπω ταινίες avant-garde στο κανάλι της Βουλής, Ειδήσεις στη ΝΕΤ, και ντοκιμαντέρ στον Σκάι (αλλά γιατί να σας τα ξαναλέω αυτά, αφού ήδη τα ξέρετε! Το 95% των συμπατριωτών μας, αυτά ισχυρίζεται ότι βλέπει, επομένως τι, μακάκας είμαι εγώ να πω ότι βλέπω άλλα;) Όμως, εν πάση ειλικρινεία, όταν βλέπω X-Factor, δεν το κάνω γιατί ενδιαφέρομαι να δω μήπως σκάσει μύτη καμιά καινούρια φωνάρα. Νισάφι πια, έχουμε πήξει στους τραγουδιάρηδες -πιο εύκολα βρίσκεις τραγουδιστή ή έστω καλλιτέχνη ...; γενικών υπηρεσιών, παρά νεκροθάφτη! Ίσα-ίσα, το κάνω με την προσμονή να δω κανένα «νουμεράκι», ή τον Μουρατίδη να πλακώνεται με κάποιον από τους διαγωνιζόμενους. Αυτό είναι το μέγα δέλεαρ! Και η ...; διαστροφούλα μου δεν σταματάει εκεί! Βλέπω τον Μουρατίδη, και στη συνέχεια τρώω τα σίδερα να δω τι έχουν γράψει για τα καμώματά του η Πετρούτσου, η Γκολεμά και η Διαμαντάκου, για να έρθει να δέσει το γλυκό. Τώρα, αν εγώ ανήκω σε μια θλιβερή μειοψηφία, τη στιγμή που οι άνθρωποι που παρακολουθούν αυτού του είδους τα προγράμματα στη μεγάλη τους πλειοψηφία το κάνουν με τις καλύτερες των προθέσεων, τότε σίγουρα η όλη κουβέντα είναι άνευ σημασίας. Όμως πολύ φοβάμαι πως δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Αν ο πολύς κόσμος (εμού συμπεριλαμβανομένου), όχι απλώς αρέσκεται, αλλά ηδονίζεται να βλέπει τέτοιου είδους σαχλαμαρίτσες, (γιατί, κακά τα ψέματα, για σαχλαμάρες πρόκειται, κι αυτή την αλήθεια τίποτε δεν μπορεί να την αλλάξει, κι αν θέλουμε να ανθρωπέψουμε κάποια στιγμή, το μόνο που δεν θα πρέπει να κάνουμε, είναι να ...; απενοχοποιηθούμε), τότε σίγουρα όλος ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα, και η υποκρισία (κυρίως από την πλευρά των τηλεκριτικών), πάει σύννεφο. Όσον αφορά τους τηλεκριτικούς, εγώ θα έβγαζα το καπέλο σε όποιον απ' αυτούς θα είχε το θάρρος και την παρησσία να βγει και να τα «σούρει χοντρά» σ' αυτόν που με τις επιλογές του δίνει κύρος και υπόσταση σ' αυτού του είδους τα τηλεοπτικά προϊόντα, δηλαδή τον μέσο τηλεθεατή, εφόσον φυσικά πιστεύει πως χρήζουν κριτικής, και μάλιστα αρνητικής. Είμαι σίγουρος πως, αν συναντούσα πουθενά τον Μουρατίδη και του έκανα παρατηρήσεις για τον τρόπο που «φέρεται στα παιδάκια», θα μου απαντούσε με δυο τρόπους, που ο ένας θα ήταν πιο σωστός και πιο εύστοχος απ' τον άλλο: Α) «Αφού δεν σου αρέσω, γιατί δεν αλλάζεις κανάλι;» Β) «Εγώ, ρε κόπανε, για να κάνω αυτά που κάνω, παίρνω τόσα, όσα εσύ ούτε στον ύπνο σου δεν μπορείς να δεις!»

            Ζούμε την εποχή της μεγάλης αρλούμπας, και το κακό με την τηλεόραση (στο σύνολό της), είναι ότι βοήθησε (βοηθάει, και δυστυχώς θα εξακολουθεί να βοηθάει), τα μέγιστα προς την κατεύθυνση του καθημαγμού  της όποιας αισθητικής μας, και της ικανότητάς μας να ξεχωρίζουμε το ουσιώδες από το επουσιώδες, το πραγματικά σημαντικό και αξιόλογο, από το στρασσάτο τίποτα. Όχι πως παλιότερα ο μέσος Έλληνας κυκλοφορούσε μ' ένα βιβλίο στο χέρι. Όμως, αν μη τι άλλο κουβέντιαζε περισσότερο με τον διπλανό του, και μέσα από τη διαδικασία της κουβέντας το μυαλό του δούλευε, κι είχε την ικανότητα να στέκεται κριτικά απέναντι στα πράγματα, αφού αντάλλασσε σκέψεις, ιδέες και πληροφορίες. Τώρα όλα αυτά έχουν πάει περίπατο, αφού οι περισσότεροι τη βγάζουμε παλουκωμένοι όλη μέρα μπροστά σε μια τηλεόραση. Αν δεν αλλάξουμε εμείς, δεν πρόκειται ν' αλλάξει τίποτε, πολύ λιγότερο η τηλεόραση που έχουμε, την οποία αυτό το κλίμα της γενικότερης αποβλάκωσης που επικρατεί, την βολεύει μια χαρά και το εκμεταλλεύεται στο έπακρο προς όφελός της.. Βολεύει την τηλεόραση και φυσικά όσους ασχολούνται μαζί της, απ' οποιοδήποτε μετερίζι, των τηλεκριτικών μη εξαιρουμένων. Γιατί, τι θα γινόμασταν χωρίς Βαρβάρους, κυρία Διαμαντάκου μου; Ο Μουρατίδης, η Μενεγάκη, ο Αρναούτογλου είναι (κυριολεκτικά) το βουτυράκι στον επιούσιό σας, και γιατί να το κρύψετε άλλωστε;

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

Καλός ο μισθουλάκος, αλλά τι θα λέγατε και για λίγο τζογουλάκο;

Οι καιροί άλλαξαν. Κάποτε τον τίτλο του «Παιδιού του Λαού» τον είχε ο γνωστός ηθοποιός. Σήμερα τον ίδιο αυτό τίτλο φαίνεται να τον διεκδικεί επάξια ένας από τους ...; αριστείς της ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας, ο άνθρωπος που ...; λαμπρύνει με τα καραγκιοζιλίκια του την πρωινή ενημερωτική ζώνη. Φαίνεται έχουμε μπει για τα καλά στον αστερισμό της γενικευμένης αφασίας και της καταρράκωσης της όποιας έννοιας δεοντολογίας, όπου ουδείς ορρωδεί προ ουδενός, αρκεί να πηγαίνουν καλά οι δουλίτσες και να τρέχει ζεστό το παραδάκι στα ταμεία του καναλάρχη-αφεντικούλη, (ε, για να 'χει στο τέλος του μήνα να μας πληρώσει το μισθουλάκο μας- λογικά πράγματα!) Τον είδα σήμερα κι έφριξα! Βγήκε, ο αθεόφοβος, και καλούσε τον λαουτζίκο, στ' όνομα του οποίου υποτίθεται δίνει τον «αγώνα τον καλό», να στέλνει SMS στο σταθμό που δουλεύει, για να πάρει, λέει, μέρος, (ο λαουτζίκος), σε μια κλήρωση που θα γίνει στο τέλος του μήνα (παρουσία συμβολαιογράφου -καθαρές δουλειές!) με έπαθλο για τον νικητή τρεις χιλιάδες ζεστά ευρωπουλάκια!!

            Ο άνθρωπος που υποτίθεται διακονεί το λειτούργημα του δημοσιογράφου, και που δουλειά του είναι να ενημερώνει τον κόσμο, να συμπεριφέρεται σαν κάτι περιθωριακούς τύπους στην πάλαι ποτέ Τρούμπα που σκάρωναν  «λοταρίες» στο πόδι, με έπαθλο συναγρίδες αλιευμένες λίγο πριν την Άλωση της Πόλης.

            Μια, (όχι και τόσο), μικρή λεπτομέρεια: με 1,30 ευρώ που «σκάει» όποιος αφελής μπει στη διαδικασία να στείλει SMS, το χρηματικό ποσόν που πάει στον νικητή, τελικά ποιος το πληρώνει; Ο «γαλαντόμος» καναλάρχης απ' την τσέπη του; Ή μήπως προκύπτει από τα εσοδάκια που μαζεύονται από τα ίσως και δεκάδες χιλιάδες SMS, αφήνοντας κατά το μάλλον ή το ήττον και κάποια «μικρά» κέρδη στο κανάλι; Ντροπή, ρε! Ντροπή σας να παίζετε με τις ανάγκες του κόσμου, και τη λαχτάρα του να ζεστάνει τις τσέπες του με τίποτε φραγκάκια που τάχα μου θα του πέσουν από τον ουρανό.

            Και το χειρότερο είναι πως  όλες αυτές τις αγυρτείες έχουμε εθιστεί να τις αντιμετωπίζουμε σαν καταστάσεις απόλυτα φυσιολογικές, και κανείς δεν λέει κουβέντα. Είναι να μην σε πάρει η κατηφόρα. Γιατί, έτσι και σε πάρει, αν δεν πιάσεις πάτο, δεν σταματάς με τίποτα!

Profile

amioul Αντρέας Μιαούλης
Ιεράπετρα, Κρήτη
Το προφίλ μου

Κάποτε ήμουν ναυτικός. Μου έκοψαν τα καράβια (κατάργηση ειδικότητας), και τώρα θαρρώ δεν είμαι τίποτα. Φάλαινα ξεβρασμένη στη στεριά

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Φεβρουάριος 2010
ΚΔΤΤΠΠΣ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28      
Powered by pathfinder blogs