Με τον πρώτο άνθρωπο που φροντίζεις να έρθεις σε επαφή όταν σε πιάσουν και
σου απαγγείλουν κατηγορία τόσο βαριά που ο νόμος απαγορεύει την αποφυλάκισή
σου έναντι εγγύησης, φυσικά είναι ο δικηγόρος σου. Για μας _όπως και για
τον καθένα άλλωστε που ανοίγει λογαριασμούς με τη δικαιοσύνη_ ένας καλός
δικηγόρος είναι κάτι το ανεκτίμητο _σκέτη διαμαντόπετρα. Κι άμα τον βρεις,
δεν τον αφήνεις με τίποτε. Χωρίς τις υπηρεσίες ενός πραγματικά καλού
δικηγόρου, βρίσκεσαι στη φυλακή ώσπου να πεις κύμινο. Εγώ έχω δυο: έναν στη
Ν. Υόρκη κι ένα στο Λος ¶ντζελες.¶
-Την πρώτη φορά που χρειάστηκα δικηγόρο ήμουν παιδί ακόμη και το δικαστήριο
είχε την ευγενή καλοσύνη να μου ορίσει κάποιον. Ήτανε ένας γεράκος με
προβλήματα ακοής _πολύ κακό αυτό για κάποιον που υποτίθεται ότι δεν αφήνει
να του ξεφύγει ούτε καν μισή κουβέντα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής
διαδικασίας_ ο οποίος ω του θαύματος κατάφερε να με γλιτώσει.¶
-Την επόμενη φορά που χρειάστηκα δικηγόρο, μου τον βρήκε ένας φίλος. Του
είπα τα καθέκαστα χωρίς να παραλείψω να του αναφέρω το γεγονός πως η
αστυνομία μου είχε κατάσχει ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ κατά τη στιγμή της
σύλληψής μου. <Μη φοβάσαι χάρο>, ήταν η αντίδραση του δικηγόρου. <Θα
δηλώσουμε ένοχοι, και στη συνέχεια θα φροντίσω να φας τη μικρότερη δυνατή
ποινή>.¶
-<Να δηλώσουμε ένοχοι;> του 'βαλα τις φωνές. <Μουρλός είσαι, ρε; 'Αιντε χάσου
από μπροστά μου!>¶
-Ο άλλος έδειξε να απορεί. <Γιατί; Τι έπαθες;> με ρώτησε.¶
-<Με το συμπάθιο δηλαδή, αλλά εγώ θέλω ένα δικηγόρο που να ορκίζεται σε
θεούς και δαίμονες πως είμαι αθώος, μεγάλε. Με πιάνεις;>¶
-Μέσω ενός άλλου φίλου βρήκα ένα δεύτερο δικηγόρο. Μόλις άκουσε πόσα ήταν
διατεθειμένοι να πληρώσουν οι άνθρωποι που βρίσκονταν πίσω από μένα,
πείστηκε με την πρώτη πως πιο αθώο κι ανεξίκακο άνθρωπο από την αφεντιά μου
δεν είχε συναντήσει ποτέ του. Και τελικά κατάφερε να με γλιτώσει, πουλώντας
στο δικαστήριο το παραμύθι της <νόμιμης άμυνας>.¶
-Στο δικηγόρο μου λέω πάντα όλη την αλήθεια, χωρίς να του κρύβω το
παραμικρό. Ναι, δε διστάζω να το κάνω, γιατί ξέρω καλά πως η κουβέντα μου
μαζί του είναι απόρρητη. Ο τύπος έχει δια νόμου την υποχρέωση να με
προστατέψει στο δικαστήριο. Του τα λέω όλα για να είναι σε θέση να
αντιμετωπίσει τον συνήγορο των αντιδίκων.¶
-Στη συμφωνία που κάνω πριν αναλάβω κάποια δουλειά συμπεριλαμβάνεται και η
κάλυψη της αμοιβής του δικηγόρου μου από τον <πελάτη>, στην περίπτωση που
θα βρεθώ μπλεγμένος με τη Δικαιοσύνη. Ο δικός μου τσέπωσε είκοσι πέντε
ολόκληρα χιλιάρικα όταν κατάφερε να με βγάλει απ' το Τομπς, όπου είχα
κρατηθεί, όπως σου είπα, κοντά ένα χρόνο, και φυσικά τα είκοσι πέντε
χιλιάρικα δεν τα πλήρωσα εγώ... Μια φορά στη ζωή μου χρειάστηκε να πληρώσω
δικηγόρο από την τσέπη μου. Έτρωγα παρέα με τον Τόνι (Έμπολι) Ράιαν σε
κάποιο εστιατόριο, το Στέλα'ς, στο Κουίνς, όταν κάποια στιγμή έκανε ντου η
αστυνομία και μάζεψε μέχρι και τα τραπέζια, για συνάφεια, λέει, με γνωστούς
εγκληματίες. Με το που μας πήγαν στα Κεντρικά, τηλεφώνησα αμέσως στον
δικηγόρο μου. Ήρθε, που λες, και μ' έβγαλε, βρίσκοντας κάποιο νομικό
παραθυράκι. Οι μπάτσοι δεν έφεραν και πολλές αντιρρήσεις. ¶λλωστε η όλη
<επιχείρηση αρετή> αποσκοπούσε στο να μας ταρακουνήσει λιγάκι, έτσι ίσα για
να σφίξουν οι κώλοι.¶
-Πιστεύω πως δουλειά ενός δικηγόρου είναι να κρατάει τον πελάτη του έξω απ'
τη φυλακή. Ξέρω έναν συνήγορο που έσκασε περίπου δυόμισι χιλιάδες δολάρια
σε κάποιον μπάτσο για να εξαφανίσει το πειστήριο του εγκλήματος, ένα
περίστροφο. Ξέρω και κάτι άλλους που έχουν δωροδοκήσει βασικούς μάρτυρες, ή
έχουν βάλει να τους απειλήσουν.¶
-Φυσικά καρφάκι δε μου καίγεται για το τι μεθόδους μετέρχεται ο δικηγόρος
μου προκειμένου να με γλιτώσει από τη φυλακή.¶
-Αν τώρα ο συνήγορός σου τα σκατώσει και βρεθείς πίσω απ' τα κάγκελα, ή αν
χρειαστεί να περιμένεις μεγάλο χρονικό διάστημα κλεισμένος κάπου μέχρι να
δικαστείς, το πρώτο που έχεις να κάνεις είναι να σπάσεις τον τσαμπουκά των
συγκρατούμενών σου. Η επιβίωσή σου στη φυλακή εξαρτάται αποκλειστικά και
μόνο απ' τα κότσια σου, δεδομένου ότι εννιά φορές στις δέκα περνάς από
διάφορες δοκιμασίες. Στο Τομπς, για παράδειγμα, την πρώτη μέρα την έβγαλα
στην άκρη ενός διαδρόμου, κλεισμένος στον εαυτό μου και αμίλητος. Σε μια
στιγμή με ζύγωσε ένας αραπάς και πήγε να μου τη βγει: <Ρε γαμιόλη,
ασπρουλιάρη...> Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και του έχωσα μια
κλοτσιά στ' αρχίδια. Έπεσε στα γόνατα και τότε τον κλότσησα καμιά δεκαριά
φορές ακόμη στο κεφάλι, μέχρι που τον πήραν τα ζουμιά. Τότε σταμάτησα και
γυρνώντας στους άλλους είπα: <Αν υπάρχει κι άλλος αραπάς εδώ μέσα που
γουστάρει να μου πιάσει κουβέντα, το καλό που του θέλω, να με αποκαλέσει,
`Κύριο'>. Βέβαια όλα αυτά δεν ήταν παρά μια μικρή θεατρική παράσταση κι
όλοι εκεί μέσα το ήξεραν καλά, ωστόσο κατάφερα να κερδίσω το σεβασμό τους.
Από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα κανείς δε διανοήθηκε να μ' ενοχλήσει. Οι
φύλακες ήξεραν πολύ καλά τι νόημα είχε η κλοτσοπατινάδα και δε μου
κόλλησαν. Έτσι κι αλλιώς ήταν όλοι άσπροι και δε χώνευαν τους αραπάδες.
Ένας απ' αυτούς μάλιστα _αργότερα τον είχα και μου 'κανε θελήματα_ έστεκε
απαθής όσην ώρα βαρούσα τον αράπη και γελούσε λες κι έβλεπε κουκλοθέατρο.
<Μάθαμε πως είσαι και γαμώ τα σκληρά αντράκια>, μου είπε αργότερα.¶
-Δυο είναι οι έγνοιες σου στη φυλακή. Η πρώτη είναι οι άλλοι κρατούμενοι.
Αν τους μπεις στο ρουθούνι και στη συνέχεια δεν μπορέσεις να τα βγάλεις
πέρα μαζί τους, σ' το δίνω γκαραντί πως δε θ' αργήσεις να βρεθείς τέζα, με
καμιά κάμα χωμένη στην κοιλιά σου. Η δεύτερη είναι οι δεσμοφύλακες. Το
παραμικρό να τους κάνεις, είναι ικανοί να σε αρχίσουν στις γκλοπιές,
βαρώντας σε κατευθείαν στα μούτρα και το κεφάλι. Όσον καιρό έμεινα εκεί
μέσα, το πρώτο πρόβλημα το αντιμετώπισα με τον τσαμπουκά μου, το δεύτερο με
τα λεφτά μου...¶
-Έσκαγα εβδομήντα πέντε ολόκληρα δολάρια τη βδομάδα και περνούσα ζωή και
κότα. Το παραδάκι το μοιράζονταν τρεις δεσμοφύλακες. Να μην ξεχνάμε κάτι:
το Τομπς είναι Μεταγωγών κι όχι κανονική φυλακή, γι' αυτό και τα πράγματα
εκεί μέσα ήταν πολύ λάσκα. Κάτι αυτό, κάτι το παραδάκι μου, την έβγαλα εκεί
μέσα σαν σε ξενοδοχείο. Ένα χρόνο που έμεινα εκεί πέρα, ήταν ζήτημα αν
είχε φάει πέντ' έξι φορές από το φαγητό της φυλακής. Δε φημίζομαι για
σαβουροφάης. Συνήθως μου έφερναν φαγητό από ένα εστιατόριο, απέναντι από τα
κρατητήρια, ή μου έφερνε η γυναίκα μου απ' το σπίτι. Αν τύχαινε να με κόψει
λόρδα το βράδυ, έλεγα στον φύλακα να στείλει κάποιον να μου φέρει τίποτε
φαγώσιμο, αλλά αυτή η εξυπηρέτηση πληρωνόταν έξτρα. Μπάνιο έκανα όποτε μου
κάπνιζε και με είχαν αφήσει να μπάσω τηλεόραση στο κελί μου. Και το
σπουδαιότερο: είχα δικό μου, πριβέ, κελί. Μεγάλη υπόθεση, αν σκεφτεί κανείς
πως στο Τομπς οι κρατούμενοι είναι κυριολεκτικά στοιβαγμένοι ο ένας πάνω
στον άλλο.¶
-Είναι μερικοί που χρησιμοποιούν τις ατέλειωτες ώρες τους στη φυλακή για να
βελτιωθούν σαν άτομα. Ο Τζόι Γκάλο, για παράδειγμα, όσο ήταν μέσα έγραψε
ένα σωρό βιβλία, και στο τέλος μας βγήκε μεγάλο κεφάλι. Αλλά κι εγώ
ασχολήθηκα με τη γραφή και την ανάγνωση όσο έμεινα στο Τομπς. Εννοώ τα
κιτάπια στα οποία καταχωρούσα τα στοιχήματα που έπαιζαν οι άλλοι υπόδικοι
μαζί μου.¶
-Η όλη ιστορία είχε ξεκινήσει έτσι για πλάκα. Δεν ήξερα πώς να σκοτώσω την
ώρα μου, οπότε τους είπα μια μέρα: <Εντάξει, μάγκες, ποιος γουστάρει να
παίξει μαζί μου `αριθμούς';> Την άλλη στιγμή κιόλας δεν προλάβαινα να
μετράω σηκωμένα χέρια. <Τι, δηλαδή, κι άμα κερδίζουμε θα παίρνουμε λεφτά;>
ρώτησε κάποιος. <Αμ τι, τζάμπα θα παίζετε;> του αποκρίθηκα.¶
-Έτσι που λές έστησα τη μικρή μου επιχείρηση μέσα στο Μεταγωγών. Οι
κρατούμενοι έπαιζαν μαζί μου τα προγνωστικά τους για τους αγώνες του
φουτμπόλ και τις ιπποδρομίες. Κι όταν σιγά σιγά άρχισε να κυκλοφορεί το
χρήμα, έκανα και τον τοκογλύφο. Στο τέλος έφτασαν να παίζουν μαζί μου και
οι δεσμοφύλακες αλλά και μερικοί από τους επισκέπτες. Η γυναίκα μου μάζευε
το βδομαδιάτικο κάθε που ερχόταν να με δει.¶
-Η τοκογλυφία απέδιδε περισσότερο εκεί μέσα απ' ότι έξω, στους δρόμους. Οι
άνθρωποι είχαν ανάγκη από ρευστό για να τζογάρουν, για ν' αγοράσουν διάφορα
μικροπράγματα, για να λαδώσουν τους δεσμοφύλακες. Έτσι έτρεχαν όλοι τους
σε μένα. Τους θεωρούσα πελάτες περιωπής, γι' αυτό ούτε καν εγγυήσεις τους
ζητούσα, ούτε ενέχυρα. Διάολε και να ήθελαν να μου την κοπανήσουν, πού
στην οργή θα πήγαιναν;¶
-Το μόνο πράγμα με το οποίο απέφυγα να καταπιαστώ ήταν τα ναρκωτικά. Όχι
βέβαια γιατί είχα ηθικούς ενδοιασμούς _αυτά τα είπαμε_ αλλά να, δε
γουστάρω να το παίζω <βαποράκι>.¶
-Το μόνο ενδιαφέρον που μου συνέβη όσο έμεινα εκεί μέσα, ήταν η γνωριμία
μου μ' ένα καθηγητή κολεγίου που περίμενε να δικαστεί, κατηγορούμενος για
το φόνο της γυναίκας του. Είχαμε τρακάρει στο προαύλιο της φυλακής ένα
ηλιόλουστο απόγευμα. Μερικά καθίκια του κολλούσαν άγρια. Οι φυλακές έχουν
ένα πολύ ισχυρό κοινωνικό καταμερισμό. Οι βιαστές και οι παιδεραστές
φτιάχνουν το δικό τους <καφενείο> (έτσι κι αλλιώς θεωρούνται οι χειρότεροι
_τα αποβράσματα των αποβρασμάτων_ και δεν τους ζυγώνει κανείς), οι
πρεζάκηδες το δικός τους. Οι εγκεφαλικοί τύποι (ληστές τραπεζών,
παραχαράκτες, και λοιπά), φτιάχνουν τη δική τους παρέα, και οι άνθρωποι της
Οργάνωσης τη δική τους.¶
-Βγήκα, που λες, εκείνο το απόγευμα και είδα την καθεμιά από τις μικρές
ομάδες μαζεμένη στη γωνιά της. Τα πρεζόνια, με τα κεφάλια σκυφτά,
κουβέντιαζαν ποιος ξέρει για τι; Ίσως για το έγκλημα του αιώνα που θα
διέπρατταν με το που θα τους αμολούσαν από κει μέσα. Οι άλλοι, οι
εγκεφαλικοί _οι μπλαμπλάδες, όπως τους λέω_ τα έλεγαν μεγαλόφωνα,
κατηγορώντας το σύστημα που δεν τους άφηνε να δουν άσπρη μέρα. (Μια φορά
είχα έρθει στα λόγια με κάποιον από δαύτους: <Και πώς γίνεται να σ' έχουν
εδώ μέσα, αφού είσαι τόσο ξουράφι;> τον είχα προγκίσει. Γι' απάντηση μου
είχε υποβάλλει κι αυτός την ίδια ακριβώς ερώτηση. <¶κου, μαλάκα μου, εγώ
τη βγάζω εδώ αραχτός όλη μέρα μπροστά στην τηλεόραση κι έχω τους
δεσμοφύλακες να μου κουβαλάνε καφέδες και σάντουιτς, η κυρά μου παίρνει
διακόσια πενήντα δολάρια βδομαδιάτικο κι όταν βγω με το καλό από δω μέσα,
στο σπίτι θα με περιμένει πολύ χρήμα. Εσύ τι σκατά θα βρεις, όταν σε
αμολήσουν;> Όσο απάντησε σε σένα, απάντησε και σε μένα).¶
-Τέλος πάντων, κάποια στιγμή το μάτι μου πήρε μερικούς που κολλούσαν στον
καθηγητή επειδή είχε σκοτώσει την κυρά του. Ο φουκαράς έδειχνε πολύ
στριμωγμένος, και τότε πήρα την απόφαση να παρέμβω. Τότε έμαθα μέσες άκρες
και την ιστορία του: Ήταν παντρεμένος περίπου δεκαπέντε χρόνια και η κυρά
του του είχε κάνει το βίο αβίωτο. Αλήθεια σου λέω, το λυπόταν η ψυχή μου,
γιατί με την πρώτη ματιά που του έριχνες, καταλάβαινες πως δεν ήταν
φτιαγμένος για φυλακές κι άλλα τέτοια ευαγή ιδρύματα. Ήταν τόσο πράος και
καλοκάγαθος, που δεν αμφιβάλλω πως, ακόμη κι αν τον άφηναν να γυρίσει σπίτι
του, θα περίμενε εκεί πέρα ως τη μέρα της δίκης του, χωρίς καν να του
περάσει από του νου η σκέψη να την κοπανήσει.¶
-Όταν γνωρίστηκα αρκετά καλά μαζί του, είπα σε κάποιον δεσμοφύλακα να τον
βάλει στο κελί μου για να μην τον ενοχλούν οι μαλάκες. Από νοημοσύνη τον
υπολόγιζα γύρω στις εκατόν εξήντα μονάδες, στη βάση της γνωστής κλίμακας
μέτρησης, κι ίσως αυτό ήταν η αιτία που έπαιζα μαζί του τζιν ραμί με τις
ώρες. Περιττό να σου πω ότι με πηδούσε κανονικότατα _και με το συμπάθιο.
Στο τέλος όμως μ' έμαθε να παίζω χαρτιά της ανθρωπιάς κι αυτό του το
χρωστάω. Παράλληλα είχε καταφέρει να μου κεντρίσει ως ένα βαθμό το
ενδιαφέρον για το διάβασμα. Σχολείο έχω πάει μέχρι την πέμπτη δημοτικού
και η τελευταία φορά που είχα πιάσει στα χέρια μου έντυπο μορφωτικού
χαρακτήρα χρονολογούνταν από εκείνη ακόμη την τρυφερή ηλικία. 'Ηταν μια
μπροσουρίτσα με τίτλο, <Μην Εγκαταλείπετε το Σχολείο>. Καταλαβαίνεις,
λοιπόν, πόσο σκράπας ήμουνα, γενικώς. Να μην τα πολυλογούμε, το πρώτο
βιβλίο που διάβασα από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα είχε τίτλο, <The
Young Lions>. Καλό ως ανάγνωσμα, δε λέω, όμως την ταινία τη βρήκα ακόμη
καλύτερη.¶
-Στην αρχή, που λες, ο καθηγητής δεν έδινε δυάρα για τον εαυτό του _σαν να
μην τον ενδιέφερε αν θα ζούσε ή αν θα πέθαινε. Σιγά σιγά όμως είχε αρχίσει
να συνέρχεται. Δεν ξέρω, ίσως η διαπίστωση πως ασκούσε κάποια επιρροή πάνω
μου να είχε ξυπνήσει πάλι μέσα του τον εκπαιδευτικό. Ήξερα πως η οικονομική
του κατάσταση ήταν χάλια, γιατί δεν είχε λεφτά για δικηγόρο, έτσι μου
γεννήθηκε η επιθυμία να τον βοηθήσω. Στο τέλος έπιασα το δικό μου δικηγόρο
και του είπα: <Κοίτα να βρεις ένα καλό συνάδελφό σου για τούτον το φουκαρά,
γιατί είναι κρίμα να πάει σαν το σκυλί στο αμπέλι>.¶
-Ο δικηγόρος μου, θυμάμαι, με είχε κοιτάξει καλά καλά και μ' είχε ρωτήσει,
<Από πότε μου 'γινες φιλάνθρωπος;>¶
-Εν πάση περιπτώσει, ο δικηγόρος έκανε όπως του είπα κι όλα πήγαν κατ'
ευχήν. Στο δικαστήριο, ο δικηγόρος που του βρήκαμε πρόβαλλε σαν επιχείρημα
τη στιγμιαία παράκρουση, εξηγώντας παράλληλα στην αγόρευσή του τι σόι
φρούτο ήταν η μακαρίτισσα, καταφέρνοντας στο τέλος να τον γλιτώσει με μια
ποινή με αναστολή. Σήμερα ο φίλος μου διδάσκει πάλι σε κάποιο περιφερειακό
πανεπιστήμιο της Ν. Υόρκης.¶
***
Θα σου πω κάτι: Με το σύστημα που επικρατεί σήμερα στα σωφρονιστικά μας
ιδρύματα, ούτε μισός φυλακισμένος δεν επιστρέφεται στην κοινωνία καλύτερος
απ' ό,τι ήταν πριν μπει στη φυλακή. Όχι πως με κόφτει δηλαδή, αλλά να,
έτσι μια διαπίστωση κάνω. Αν έτρωγα καμιά γερή καμπάνα θα εξέτια την ποινή
μου στο ωραίο και το άνετο και θα έβγαινα πάλι ο ίδιος μάγκας και
τσαχπίνης Τζόι, ακριβώς όπως είχα μπει. Όμως ένα σωρό άλλοι βγαίνοντας από
τη φυλακή έχουν γίνει τρεις φορές χειρότεροι, ένεκα που μέσα στη φυλακή
τους μεταχειρίζονται σαν ζώα. Ο Λέστερ Μάντοξ είπε κάποτε πως, για να
φτιάξουμε καλύτερες φυλακές, χρειαζόμαστε καλύτερους κατάδικους _ε, μόνο
άδικο δεν είχε ο άνθρωπος. Τι σόι καλός να βγεις από τη φυλακή, όταν για
χρόνια στη σειρά συναναστρέφεσαι είκοσι ώρες το 24ωρο ανθρώπους τις
περισσότερες φορές πολύ χειρότερους από σένα; Πάρε για παράδειγμα τους
νέους στην ηλικία κατάδικους. Τους ρίχνεις σ' ένα κλουβί μαζί με κάτι
κτηνάνθρωπους από κάθε άποψη κι ύστερα περιμένεις να βγουν τι; Μα
σπουδαγμένοι εγκληματίες θα βγουν _τι άλλο;¶
-Όχι βέβαια πως δε χρειαζόμαστε τις φυλακές, εντάξει; Είναι ορισμένοι τύποι
που πρέπει οπωσδήποτε να περνάνε τη ζωούλα τους πίσω από τα κάγκελα.
Κάποιος, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί ελεύθερος στους δρόμους και κάνει
κακό σε αθώους ανθρώπους, είναι για να μπαίνει στη στρούγκα και να μένει
εκεί για πάντα. Αν πειράξεις τον άλλο έτσι αναίτια, απλώς και μόνο γιατί
έτσι σκατένια είναι η φτιάξη σου, καλύτερα να σου παίρνουν την... άδεια
κυκλοφορίας. Αν με ρωτήσεις, είμαι ανεπιφύλαχτα υπέρ της ποινής του
θανάτου, γιατί οι άνθρωποι τον φοβούνται το θάνατο. (Μεταξύ μας, δεν ξέρω
τι είναι εκείνο ακριβώς που φοβούνται τόσο πολύ, αφού έτσι κι αλλιώς κάποια
μέρα θα τα τινάξουν. Κι άλλωστε μέχρι ώρας δε βρέθηκε κανείς πεθαμένος να
γκρινιάξει πως τη βγάζει άσχημα εκεί που βρίσκεται).¶
-Ποιους πρέπει να καθίζουν στην ηλεκτρική καρέκλα; Αυτούς που σκοτώνουν
παιδιά. Αυτούς που σκοτώνουν ηλικιωμένους για να τους κλέψουν μερικά
δολάρια, ή αυτούς που βιάζουν και σκοτώνουν γυναίκες. Τέτοια κουμάσια
πρέπει να περνάνε από μαχαίρι. Ο τίμιος πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να ζει
ανενόχλητος και με ασφάλεια.¶
-Γνώμη μου επίσης είναι πως πρέπει να εκτελούνται όσοι σκοτώνουν μπάτσους.
Ειπωμένο από το στόμα μου, ίσως σου ηχεί αστείο, ωστόσο αυτή είναι η
πεποίθησή μου. Ο μπάτσος είναι ένας επαγγελματίας που απλώς κάνει τη
δουλειά για την οποία πληρώνεται. Εγώ τώρα κι όλοι του σιναφιού μου,
δουλεύουμε από την άλλη μεριά του φράχτη. Ωραία. Αν μπορώ να λαδώσω έναν
μπάτσο, θα το κάνω. Αν δε γίνεται όμως, πρέπει να τον σκοτώσω; Για ποιο
λόγο; Οι μπάτσοι είναι κι αυτοί άνθρωποι που δουλεύουν για το μεροκάματο,
για να θρέψουν την οικογένειά τους. Όποιος σκοτώνει μπάτσο, πρέπει να τον
κρεμάνε απ' τ' αρχίδια στην Τάιμς Σκουέρ.§
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΟΧΤΩ
ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΕ¶
Κυρίες και κύριοι, αξιότιμοι πελάτες μου όλων των ηλικιών και παντός
φύλλου, σας χαιρετώ. Κλείνοντας την αυτοβιογραφία μου, δράττομαι της
ευκαιρίας να σας ευχαριστήσω, ένεκα που χωρίς την ευγενική παρουσία και
συνδρομή σας, η μέχρι τώρα πορεία μου στο Οργανωμένο Έγκλημα θα ήταν άγραφο
βιβλίο. Χωρίς την ανιδιοτελή συμβολή σας, ούτε και που γνωρίζω, ο δόλιος,
ποιας μαύρης μοίρας θα ήμουν το θύμα.¶
-Να μην ξεχάσω όμως να ευχαριστήσω και τους αγαπητούς μου εκπροσώπους των
ΜΜΕ γενικώς, για τις προς εμέ και το σινάφι μου πολύτιμες υπηρεσίες τους.
Tέτοια υψηλής στάθμης προβολή δε θα μπορούσε να μας εξασφαλίσει ούτε το
καλύτερο γραφείο δημόσιων σχέσεων. Δεν ξέρω πού πάνε τα ΜΜΕ και ξετρυπώνουν
όλες αυτές τις φοβερές ιστορίες περί Οργανωμένου Eκλήματος, οφείλω ωστόσο
να ομολογήσω ότι είναι πολύ πετυχημένες, αφού καταφέρνουν να κάνουν τον
κοσμάκη να κατουριέται από το φόβο του.¶