Τι κακό ήταν κι αυτό που μας βρήκε ως έθνος, λες και δεν μας έφταναν όλα τ' άλλα. Και καλά, να μας πετάξουν από την Ευρωζώνη γιατί τα κάναμε ρόιδο, και γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε, το καταλαβαίνω! Όμως να χωρίσει η Ελενίτσα (η Εθνική μας Ελένη!) τον Γιαννάκη της, ε, αυτό δεν αντέχεται με τίποτε.
Πέρα όμως από το γελοίο του πράγματος (κι όταν λέω, «γελοίο», αναφέρομαι στον τρόπο που παρουσιάζεται -και Κύριος οίδε για πόσον καιρό ακόμη θα εξακολουθεί να «παίζει»-, από τη γνωστή μερίδα των ΜΜΕ που ...; ειδικεύεται στην κοινωνική κριτική η Ελενειάδα), όπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχει και η άλλη, η βαρύνουσα πλευρά.
Γιατί όλος αυτός ο σαματάς; Η απάντηση είναι απλή: η Ελένη είναι το αντίστοιχο της Μπάρμπι των ενήλικων κυριών- το κεντρικό πρόσωπο στις ονειρώξεις και τις φαντασιώσεις της κυρίας Κατίνας, της κυρίας Κούλας και της κυρίας Βούλας. Δεν ξέρουμε (εννοώ εμείς, οι πολλοί), ποια είναι η Ελένη στην πραγματικότητα, κι όποιος πιστεύει πως αυτό είναι το ζητούμενο, πλανάται πλάνη οικτρά. Η Ελένη, (ακριβώς όπως και η Ρούλα πριν απ' αυτήν, αλλά και πολύ πιθανόν η Νταίζη, ή η Ζουζού μετά απ' αυτήν), σε ότι αφορά το φαίνεσθε (κι εδώ το φαίνεσθε παίζει τον πρωταρχικό, τον κυρίαρχο ρόλο), συγκεντρώνει όλα τα εχέγγυα για να βρεθεί - όπως κι έγινε- στις κορφές του Ολύμπου της φρούδας τελειότητας, έτσι όπως την ονειρεύεται η μέση Ελληνίδα νοικοκυρά, κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό κι ανθρώπινο, γιατί η ζωή και η καθημερινότητα των περισσοτέρων από εμάς είναι σκυφτή και άχαρη, σε σημείο που, για να την κάνουμε πιο υποφερτή, καταφεύγουμε σε διάφορες φανταστικές καταστάσεις όπου το ροζ τη απόλυτης ευτυχίας είναι το κυρίαρχο χρώμα. Αυτό λίγο πολύ συμβαίνει σε όλους μας. Τώρα τι τρόπο επιλέγει ο καθένας από εμάς για να κάνει αυτού του είδους την υπέρβαση που μας ταξιδεύει -έστω και για λίγο- πέρα και μακριά από τα στριμόκωλα και τα δύσκολα της καθημερινότητάς μας, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Το δια ταύτα στην όλη ιστορία είναι πως, αυτή ακριβώς η ανάγκη μας είναι που δημιουργεί εκ του μη όντως «σταρ» και «είδωλα», άτομα δηλαδή που εμείς τα επιλέγουμε, για να τους αναθέσουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα ροζ παραμυθάκια μας. Γιατί, άλλο να ονειρεύεσαι έτσι γενικώς και αορίστως, άλλο να επενδύεις σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο τις φαντασιώσεις σου για βίο ανθόσπαρτο, και να «ζεις» μέσα απ' αυτό, κι έστω από σπόντα, the unreachable dream.
Άρα η Ελένη (η κάθε Ελένη που καλείται να παίξει αυτό το ρόλο), μόνο ουρανοκατέβατη δεν είναι, αλλά ίσα-ίσα αποτελεί δημιούργημα των αναγκών και των μύχιων πόθων της Μαρίας, της Ευτέρπης, της Καλλιόπης, της Ευγενείας ...; Λέω πιο πάνω πως η συγκεκριμένη συγκεντρώνει όλα τα εχέγγυα: Καρακουκλάρα (για να χρησιμοποιήσω τον απεχθή σε μένα όρο), απλοϊκή, και (επιτηδευμένα ή ανεπιτήδευτα -καμιά σημασία δεν έχει!) κουτούτσικη, («Τι είναι ο λούτσος άραγε; Ψάρι ή μοροποδήλατο;») Ζει μέσα στη χλιδή, (με συγχωρείτε δηλαδή, αλλά βασιλοπούλα που να μην κολυμπάει στο ρουμπίνι και το ζαφείρι, να την χέσω!) είναι παντρεμένη και τρελά ερωτευμένη μ' έναν πολύ σημαντικό άντρα, έχει τρία αγγελούδια περί των οποίων ξέρουμε μέχρι και τι νούμερο παπούτσι φοράει το καθένα (είναι απαραίτητο η Σταχτοπούτα να ζει σε γυάλινο πύργο, γιατί, αν δεν μπορώ εγώ «να παίρνω μάτι», από πού θ' αντλώ υλικό για να υφαίνω το όνειρό μου;)
«Μ' ένα Άρλεκιν ξεχνιέμαι», που λέγαμε κι εμείς οι παλιότεροι (ξέρω, γιατί, τον καιρό που δεν έβρισκα δουλειά στα καράβια, είχα μεταφράσει ουκ και ολίγα από δαύτα!) Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τις αναγνώστριες αυτού του είδους των λαϊκών ρομάντζων να έχουν άμεση πρόσβαση στην ιδιωτική ζωή της ηρωίδας, γιατί, φυσικά, μόνο έτσι κατάφερναν και ταυτίζονταν μαζί της, «συνέπασχαν», κι εν ολίγοις γίνονταν πρόσωπα του «άμεσου περιβάλλοντός της», και το στοιχείο στο «άρρηκτο» της σχέσης μεταξύ ηρωίδας-αναγνώστριας ήταν ακριβώς το γεγονός πως στο τέλος και με μαθηματική ακρίβεια όλα στη ζωή της πρώτης θα εξελίσσονταν με τρόπο που θα ανταποκρινόταν απόλυτα στους πόθους και τις προσδοκίες της τελευταίας. Κι ύστερα ξαφνικά, και ελέω τηλεόρασης, αυτή η ηρωίδα, που είναι καλή, είναι γλυκιά, είναι πανέμορφη και γενικά έχει του κόσμου όλες τις χάρες, γίνεται πρόσωπο υπαρκτό, με σάρκα και οστά. Είναι παρουσιάστρια ενός τηλεοπτικού προγράμματος, όμως το σημαντικό δεν είναι όλα αυτά που λέει και που κάνει στη διάρκεια της εκπομπής, αλλά το ότι παρέχει με την εικόνα της και μόνο (την εικόνα της πανέμορφης και ζάπλουτης πριγκιποπούλας που είναι παντρεμένη κι ερωτευμένη δια βίου μ' ένα εξίσου ζάπλουτο και σημαντικό πριγκιπόπουλο, που έχει κάνει μαζί του πέντε αγγελούδια, και ζουν όλοι μαζί σ' ένα παραμυθένιο σπίτι, κ.τ.λ., κ.τ.λ., γιατί, αν είχε δηλώσει π.χ. λεσβία, ή νυμφομανής, ή πολυγαμική, δεν θα έχαιρε ούτε κατά το ήμισυ της αποδοχής που χαίρει σήμερα), τη μαγιά για το στήσιμο εξιδανικευμένων καταστάσεων. Και κατά την ίδια έννοια παίρνει σάρκα και οστά, κι άλλες διαστάσεις η σχέση ανάμεσα στην ηρωίδα-παρουσιάστρια και την μέση τηλεθεάτρια. Μια σχέση απόλυτης κι «άδολης» λατρείας (οι πιο δυνατές σχέσεις είναι οι κατά φαντασίαν). «Δεν ξέρεις πόσο πολύ σε αγαπάμε, Ελένη μας», λένε οι τηλεθεάτριες. «Αχ, κι εμένα, η λατρεία μου για σας χάνεται στου ουρανού το άπειρο!» απαντάει η Ελένη (ή η κάθε Ελένη στη θέση της Ελένης που καλείται να παίξει αυτό το ρόλο).
Είτε βάσει σχεδίου, είτε από ένστικτο, η Ελένη «ανοίγει το σπίτι της» στο ανώνυμο πλήθος -το «μπάζει στη ζωή της»- γιατί, αν δεν ανοίξεις την πόρτα του σπιτικού σου στις «λατρεμένες» και τους «λατρεμένους» σου, τότε σε ποιον θα την ανοίξεις, διάολε; Απλά πράγματα, φυσικά κι αναμενόμενα. Θέλει η Ελένη το «λατρεμένο» ανώνυμο πλήθος κοινωνό των όσων θαυμαστών κι υπέροχων συμβαίνουν στη ζωή της (αδιαλείπτως παρούσα η τηλεοπτική κάμερα στο γάμο της, στη γέννηση των παιδιών της, στα βαφτίσια τους, στις εξόδους της, στις διακοπές της), γιατί στις σχέσεις της μαζί του ...;. δεν υπάρχουν μυστικά!!! Αν υπήρχαν, θα ...; μόλευαν το αγνό και το θεσπέσιο τούτης της μοναδικής σχέσης. Πάντα ταύτα όμως όσο δεν «κόβει» η σούπα του παραμυθιού -του παραμυθιού που τα θέλει όλα στην εντέλεια, και δεν σηκώνει από «κέρατα», παρασπονδίες, και γενικότερα από οτιδήποτε απειλεί να τορπιλίσει και να στείλει στο βυθό του ωκεανού την «άγια οικογένεια», έτσι όπως θέλει να την ονειρεύεται η μέση ελληνίδα (αλλά και η μέση αγγλίδα, και η μέση αμερικανίδα, και η μέση ινδή, και πάει λέγοντας - κάθε χώρα έχει τουλάχιστον από μια Ελένη!)
Με δυο λόγια, η Ελένη την οποία κανιβαλίζουν ανεπαίσχυντα και σε καθημερινή βάση οι τηλε-εξπέρ της μπαρούφας και του κοπανιστού αέρα, είναι απλώς δημιούργημα των δικών μας αναγκών- πλάσμα μυθικό, άρα ανύπαρκτο τουλάχιστον στις διαστάσεις που το καθιστούν αντικείμενο λατρείας.
Μια διαπίστωση κάνω, όχι κριτική (απελθέτω απ' εμού ...;) Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχουν κι Ελένες ...;